Πέμπτη, 02 Απριλίου 2015

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Σήμερα έμαθα ότι κυκλοφόρησε το βιβλίο του Μιχάλη Μητσού Οι ιστορίες θα μας σώσουν: Ένα ημερολόγιο του 2014, από την «Πόλιν» (ζόρικη αυτή η αιτιατική, κακόζηλη, αλλά τι να πεις), το βιβλίο που καταζήλεψα και που μ' έκανε να σκεφτώ να ξεκινήσω κι εγώ αυτή τη στήλη, κι ας μην είμαι Μητσός, κι ας μην μπορώ να γίνω ποτέ μου. Δύο πράγματα θέλω για τις Ιστορίες που θα μας σώσουν: να πάει πολύ καλά· να μην έχω αφήσει εμφανή λάθη (έτυχε και το διόρθωσα, και φοβάμαι πως, θες ο ενθουσιασμός, θες κάτι άλλο, θα μου ξέφυγαν λάθη απ' αυτά που φαίνονται· γιατί τα περισσότερα δεν φαίνονται, κι αυτό είναι που μας κρατάει στη δουλειά). [§] Η σημαντικότερη είδηση της ημέρας είναι, από την άλλη, η καταρχήν συμφωνία των Έξι με το Ιράν (δεν θυμάμαι όλους τούς Έξι), επιτέλους, επιτέλους, νά και μια αχτίδα αισιοδοξίας. [§] (Επίτηδες χρησιμοποιώ τη μεταφορά, θαυμάζω τις μνημειώδεις μεταφορές που καταντούν κλισέ. Βέβαια, καμιά τους δεν θα ξεπεράσει τούτη δω τη μοναδική: Βασίλεψε ο ήλιος. Κανείς δεν μπορεί να πει κάτι τέτοιο. Ως προς το ύψος του πήχη των μεταφορών, γεννηθήκαμε με συγγενή αδυναμία, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι' αυτό, όπως δεν μπορεί ένας περιτετμημένος να επαναφέρει την πόσθη του). [§] (Ίσως να γίνεται πλέον αυτό με πλαστική, βέβαια, δεν ξέρω. Αλλά γιατί να το κάνεις; Και το 'χει επιχειρήσει άραγε κανείς; Να κρύψει την καταγωγή του, το θρήσκευμά του, τις πολιτιστικές του ρίζες; Πού να ξέρω, πού να ξέρει κανείς). [§] Εμείς βέβαια συζητάμε για τη Σταμάτη (à propos, κουράγιο, Βίκυ! κουράγιο! μαζί σου) και προσπαθούμε σκύβοντας τα κεφάλια να αποφύγουμε τη χολή του όχλου που εκτοξεύεται κατά ριπάς, κρουνηδόν, αβυσσαλέα. Δεν υπάρχει σωτηρία από τη μνησικακία και το φθόνο. Ποτέ δεν υπήρξε βέβαια, δεν είμαστε εξαίρεση. Αλλά καλόν είναι να φυλάγεσαι, να σκύβεις το κεφάλι για να αποφεύγεις τη χολή του όχλου, την αγέρωχη, θλιβερή χολή του όχλου. [§] Άλλη είδηση δεν σταχυολόγησα, το ότι μάλλον χρεοκοπούμε την άλλη εβδομάδα δεν συνιστά είδηση, άλλωστε η Εθνοσωτήριος το διέψευσε. Ίσως, βέβαια, να μας σώσει η Ρωσία. Θα 'χουμε και συνάντηση κορυφής Μεγαλοβδομαδιάτικα εκεί. Μια νέα Τρόικα, λοιπόν, ίσως, να εμφανιστεί (πολλή Ρωσία, και λίγο Κίνα, και ας πούμε και μια πρέζα Βενεζουέλα, που έχει και τις πιο πολλές Μις Κόσμος από κάθε άλλο έθνος επί γης) και να μας σηκώσει επί των πτερύγων αυτής και να αναληφθούμε εις τους ουρανούς μίας αιωνίας χαρμολύπης, κατά το ελληνικόν έθος δηλαδή. Μια νέα, νέα Τρόικα. Μια Τρόικα πιο δικιά μας, μια Τρόικα αντιδυτική. Ποτέ δεν ήμαστε κομμάτι της Δύσης άλλωστε, τους φερόμασταν πάντα σαν σκυλιά (εννοώ: σαν να 'μασταν εμείς τα σκυλιά) και μας συμπεριφέρονταν σαν να 'μασταν σκυλάκια. Σαλονιού. Κάπως σαν τον Α., τον δικό μας. [§] Μια σκέψη: ίσως οι δημιουργιστές (έτσι λέγονται; δεν είμαι πολύ σίγουρος) να 'χουν δίκιο τελικά, ίσως να υπάρχει Θεός και να μας δημιούργησε πάνω στη χαρά Του και συμφώνως τω σχεδίω Του, και να μην καταγόμαστε από ένα ζώο με τρίχωμα, με γούνα, ίσως να μην καταγόμαστε από τον «πίθηκο». Γιατί; Γιατί η γούνα είναι πολύ σέξι, γιατί είναι ωραία στο άγγιγμα, είναι μυρωδάτη, χαίρεσαι να τη χαϊδεύεις και να χώνεις μέσα σου τη μουσούδα σου. Είναι πολύ άδικη η άθεη εξέλιξη που μας απάλλαξε από κάτι τόσο λιβιδικώς σπουδαίο. Μπορώ να χώνω το πρόσωπό μου στη γουνίτσα τού Α. για ώρες, για ώρες. [§] Η δουλειά δεν τελείωσε, θα τελειώσει αύριο τέτοιαν ώρα, είναι ήδη μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα και πονάει πολύ ο σβέρκος μου, κι αυτό το κομμάτι της πλάτης που λέμε, νομίζω, ράχη, μια παλάμη πάνω δηλαδή από τη μέση. Δεν πήγα καν στην παρουσίαση του Κοτσιφού, να φανταστείς, φίλου από δεκαετίες, στο Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΜΘ, είκοσι μέτρα όλα κι όλα από το σπίτι μας: δεν προλαβαίνω, δεν προλαβαίνω. Πήγε η Κ. βέβαια, ήταν και πολλοί δημοσιογράφοι της πόλης εκεί, πάλι καλά. Ο «Πειρασμός της γραφής» (εκδόσεις «Μελάνι», της φίλης Πόπης Γκανά, φίλης πολύ παλιάς επίσης, και παλιάς διορθώτριας μάλιστα, και συζύγου του Μιχάλη Γκανά — τι σπουδαίος στιχουργό, και τι σπουδαίος ποιητής) είναι μοναδικό και σπάνιο βιβλίο, ο Κοτσιφός είναι τρομερά σεμνός για να εκδώσει κάτι που δεν αξίζει: μακάρι να το διαβάσουν αυτοί που πρέπει, κι αυτοί που γράφουν για όσα δεν πρέπει να περνάν απαρατήρητα, όλοι αυτοί, κι ας είναι λίγοι, κι ας είναι πολύ πολύ πολύ περισσότεροι οι άλλοι, που δεν γράφουν για όσα δεν πρέπει να περνάν απαρατήρητα, λες και σάμπως θα ξαναζήσουμε, λες και σάμπως θα ξαναχτυπήσουμε ξένα θυροτηλέφωνα για πλάκα, λες και σάμπως θα ξαναχτυπήσει για πρώτη φορά η καρδιά μας στα δεκαπέντε με δεκάξι μας. [§] Αλλά δεν περιμένω τίποτε.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

1 σχολιο

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά