Τετάρτη, 01 Απριλίου 2015

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Η δουλειά (αλλά όχι το βιβλίο) τελείωσε λίγο μετά τις 12, προ ολίγου δηλαδή, και τελείωσε καθώς έπιασα τον εαυτό μου να διαβάζει δύο φορές την ίδια παράγραφο επειδή υπήρχε μεν κάπου εκεί ένα λάθος, αλλά δεν μπορούσα να το εντοπίσω. Είναι περίεργο αυτό με την έκτη αίσθηση που αποκτάς σαν διορθωτής, σχεδόν οσμίζεσαι τα errata όπως το γουρούνι την τρούφα. Βέβαια, όχι πάντα. [§] Στην τηλεόραση, λέει το Twitter, η Ντόρα σφυροκοπά τώρα δα τον Σκουρλέτη, και προφανώς έτσι θα είναι. Δεν μπορώ να λυπηθώ ούτε τον Σκουρλέτη, ούτε τους τηλεθεατές. Την Ντόρα, ναι, κάπως τέλος πάντων, κάπως τη λυπάμαι, μιας και δεν θα τα καταφέρει να ηγηθεί της Δεξιάς, έχουν άλλοι προτεραιότητα και δεν θα την αφήσουν. Θα ήταν για καλό; Ενδεχομένως ναι, αλλά πάλι δεν ξέρω. Είναι προφανές, ισχυρίζονται πολλοί, ότι η ΝΔ έχει ανάγκη ένα πιο Κεντρώο προφίλ, όμως αυτά τα προφανή μάς φάγανε. Αν γείρει προς το Κέντρο, μπορεί και να μπατάρει, ο κόσμος βρίσκεται σε περίοδο τάνυσης του τόξου, και θα εξακολουθήσει για καιρό να βρίσκεται σ' αυτή τη στάση, θέλει όχι, δεν θέλει, απαιτεί μεγάλα, σίγουρα, καραμελωμένα και πολεμικά λόγια, όχι μετριοπάθειες και σχέδια και νούμερα. [§] Κάπως έτσι πορευόμαστε, κάπως έτσι. [§] Στο μεταξύ στείλαμε τα Μέτρα, λέει, και κοστολογημένα αυτή τη φορά, αλλά κοστολογημένα με το μάτι, στο περίπου, κοστολογημένα με μια διάθεση παιδιάς, στο στιλ της Πολλυάννας, κοστολογημένα όπως κάποιος που λέει, «Βάλε μου δυόμισι κιλά βιβλία», εξ ου και γελάει ο κόσμος. [§] Αλλά ποιος κόσμος; Ελάχιστοι, οι πιο πολλοί, οι πολλοί, έχουν ήδη πειστεί, «Κάνουμε ό,τι μπορούμε, την πέτρα στύψαμε, το στόμα μας στέγνωσε, δεν έχουμε άλλο λίπος, κι αυτοί οι Οβριοί μάς ζητάνε και μια λίβρα σάρκα από πάνω». [§] Αυτά τα Μέτρα δεν θα περάσουν, ή μάλλον θα περάσουν ίσα-ίσα για να μας δανείσουν οι ξένοι λίγες εβδομάδες ζωής ακόμη, δανεικά για κάνα μήνα, μετά θα θέλουν αποτελέσματα, και θα αποτελέσματα που θα 'χουμε δεν θα τα δεχόταν ούτε η Πολλυάννα. Τα πράγματα είναι άγρια, άγρια, κι ακόμη απλώς μάς κοιτάνε (τα πράγματα) και μουγκρίζουν, δεν έχουν ορμήξει. [§] (Θα ορμήξουν, και θα 'ναι αργά. Πόσο κρίμα. Όλα γίνονται για ένα καπρίτσιο). [§] Όλη μέρα στο μεταξύ ασχολούμαστε με την Αναρχική Συλλογικότητα Ρουβίκωνας, την Αναρχική Συλλογικότητα Ρουβίκωνας αν έχουμε τον Θεό μας, δεν είναι δυνατόν να επιλέγουν τέτοιες ονομασίες για την παρέα τους, είναι ντροπή και για τους ίδιους, και για την αναρχία, και για το αρχαίο ποτάμι. [§] Κι αυτή η ανεκδιήγητη Κωνσταντοπούλου έχει δίκιο εδώ, τίποτε δεν έγινε, κάναν παρέλαση οι Ρουβίκωνες, πετάξαν τρικάκια, όλο αυτό είχε κάτι από τσίρκο δρόμου, από Commedia dell'arte, έφυγαν παρατεταγμένοι, τέλος. Ούτε ντου, ούτε σπασίματα, ούτε τίποτε. (Αλλιώς θα είχε επιληφθεί το ΚΚΕ με τους μπράβους του). Κανονικό νηπιαγωγείο με μουτρωμένα παιδιά. (Γυναίκες είχε; Δεν πρόσεξα). Τέλος πάντων, απλώς ήταν στενάχωρο να τους βλέπεις, ήταν αξιολύπητοι. Έχει δίκιο πάντως η Κωνσταντοπούλου. [§] Έφτασαν με το ταχυδρομείο ξένα περιοδικά σήμερα, δεν θα βρω χρόνο να τα ξεφυλλίσω, μόνο η Κ., ήδη διαβάζει μέσα, και πλέον είναι σίγουρο, έτσι που τα λοξοκοιτάω καμιά φορά τρώγοντας, ότι χρειάζομαι γυαλιά για διάβασμα. Είδα τις προάλλες στην Πολιτεία κάτι ωραία, αλλά δεν ξέρω αν πρέπει να πάρω με ένα βαθμό, με δύο, ή με πιο πολλούς. Όπως τα δοκίμαζα, όλα ίδια μού φαίνονταν. Τρία ενενήντα έκαναν τα πιο ακριβά. Ίσως πάρω αυτά που κάνουν ένα ενενήντα, δεν βλέπω το λόγο για περιττή σπατάλη. [§] Α! Η «Πόλις» θα βγάλει μυθιστόρημα του Λάσλο Κρασναχορκάι, του σεναριογράφου του Μπέλα Ταρ: αυτό κι αν είναι είδηση. Το είχα επιχειρήσει κι εγώ, πριν δέκα-δώδεκα χρόνια, στον «Gutenberg», είχα πάρει τα δικαιώματα (σχεδόν τσάμπα), βρήκα και μεταφραστή που ήξερε καλά τα μαγυάρικα, κάναμε και δείγμα, αλληλογραφούσα με τον Ελβετό ατζέντη του Ούγγρου, κλείσαμε και ραντεβού να φάμε στη Φρανκφούρτη μαζί του και μαζί και με κάτι άλλους, αλλά τελικά άλλαξε γνώμη ο εκδότης, και — και προφασίστηκα τον πεθαμένο, του έγραφα από το μέιλ μου, «Ο Κυριάκος Αθανασιάδης πέθανε, λυπούμαστε πολύ αλλά δεν γνωρίζαμε τις συμφωνίες που είχε κλείσει» κλπ., ο Ελβετός γελούσε, επέμενε να πάω στο δείπνο, επέμενα κι εγώ: «Αγαπητέ κύριε Τάδε, ο Κυριάκος Αθανασιάδης πέθανε». [§] Στο «Άστυ» έχω περάσει τρομερές ώρες με τον Μπέλα Ταρ, παλιά, ευτυχώς που καπνίζαμε τότε στην αίθουσα, άλλωστε ήμασταν και πόσοι; πέντε; έξι; Κάτι τέτοιο. Και όλοι καπνιστές, οπωσδήποτε. [§] Πρέπει να υπάρχει ακόμη το «Άστυ», και άνοιξε ξανά και το «Άστορ». Ωραία. Ο «Απόλλων» και το «Αττικόν» θα μείνουν σκέλεθρα. Όπως όλοι, όπως όλα, όπως όλοι μας.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015 Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά