Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Γράφτηκε από τον 

Τριακόσια εξήντα κομμάτια μέσα σε ένα χρόνο δεν είναι λίγα. Αν μάλιστα τα προσθέσεις στα επίσης 360 κομμάτια της προηγούμενης στήλης, έχεις κι ένα ρεκόρ: δέκα ημέρες όλες κι όλες χωρίς παρουσία στο TBJ μέσα σε δύο χρόνια. Δεν ξέρω βέβαια τι σημαίνει αυτό πέραν του ψυχαναγκασμού που το επέβαλε. Αλλά ας είναι. Το Ημερολόγιο Γεφύρας που σταματά αύριο ήταν μεν πολύ διαφορετικό από τα Λόγια της Πλώρης της προηγούμενης χρονιάς, αλλά τα δυο τους είχαν δύο κοινά χαρακτηριστικά: ασχολούνταν με την επικαιρότητα, προφανώς, και απαιτούσαν τον ίδιο χρόνο για να γραφούν, καθόλου προφανώς, μολονότι τα μεν Λόγια ήταν περί τις 70 λέξεις όλες κι όλες το καθένα (τρία tweet των 140 χαρακτήρων έκαστο καθημερινώς), ενώ το Ημερολόγιο είχε μέχρι και 1.500 (για την ακρίβεια, 450 λέξεις κατά μέσο όρο, ή 150.000 λέξεις συνολικά μέσα σε ένα χρόνο). Ήταν μόνο αριθμοί; Προφανώς και όχι — αν όμως το καλοσκεφτείς, ναι: ήταν χρόνος, δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια, δηλαδή κάτι που στην πραγματικότητα δεν πιάνεται, δεν μένει στο χέρι σου, κάτι εντέλει κενό: κάτι παρελθοντικό, μη υλικό — και ως εκ τούτου αρκούντως άχρηστο. Και ήταν και ακόμη περισσότεροι αριθμοί: αναγνώστες, επισκέψεις στη σελίδα, like, κοινοποιήσεις, σχόλια. Αυτοί οι αριθμοί δεν δικαιολογούν (δεν μπορώ να είμαι ευγενικός) την προσήλωση στον, επιμένω, ψυχαναγκαστικό στόχο, καθώς ήταν μικροί, ιδιαίτερα μικροί. Τόσο τα Λόγια της Πλώρης όσο και το παρόν Ημερολόγιο Γεφύρας υπήρξαν ομολογουμένως δύο αποτυχημένες στήλες — σίγουρα, δε, ιδιαιτέρως αποτυχημένες αν από τη μια μεριά βάλεις τον κόπο (τον χρόνο) που απαίτησαν και από την άλλη τη συνεισφορά τους στον δημόσιο διάλογο, μετρημένη αυτή η τελευταία σε σταθερούς αναγνώστες και σε «διάχυση». (Με έχω για πολύ παραπάνω). Ή μάλλον, διορθώνω: την άμεση συνεισφορά τους, αναφορικά ιδίως με το Ημερολόγιο Γεφύρας. Γιατί υπήρξε έμμεση, και ήταν μεγάλη. Μόλο που, επαναλαμβάνω, σχεδόν κανένα από τα 360 άρθρα δεν έγινε δα και viral, όλες οι ιδέες που πρωτοπαρουσιάστηκαν εδώ, όλες, χωρίς εξαίρεση (για να μην αναφέρω τους διάφορους νεολογισμούς που εισηγήθηκα, είτε από τη στήλη είτε από τα social— να τα λέμε κι αυτά), έγιναν κοινός τόπος της δημόσιας συζήτησης, καθώς υιοθετήθηκαν από (όλους τούς) βασικούς παίκτες — το έκαναν ήσυχα και αθόρυβα και χωρίς ποτέ να κατονομάσουν την πηγή, αλλά το έκαναν. Κι αυτό, αν και ήκιστα ικανοποιητικό, έχει τη σημασία του, και τέλος πάντων είναι κατιτί καλό. Υποθέτω. Μάλλον. Δεν ξέρω. [§] Το Ημερολόγιο Γεφύρας και τα Λόγια της Πλώρης στο σάιτ τού TBJ υπήρξαν η συνέχεια από άλλες στήλες που έγραφα παλαιότερα, πάλι με καθημερινή εμμονή συνήθως, από το φθινόπωρο τού 2009 για την ακρίβεια, αλλά και της πρώτης «φιλοευρωπαϊκής/μεταρρυθμιστικής/φιλελεύθερης/αντιεθνικιστικής» μπλα-μπλα-μπλα ραδιοφωνικής εκπομπής, το «Οχ Θε μου», που ξεκίνησε το ’10 και μετεξελίχθηκε δυο χρόνια μετά στον Amagi, όταν η συχνότητα που το φιλοξενούσε έχασε την άδειά της και άφησε το κοινό που είχε ώς τότε συστηθεί (και την ανάγκη που τη γέννησε) στα κρύα του λουτρού. Αυτά τα εξίμισι χρόνια τυχαίνει να είναι και η περίοδος που ασχολήθηκα τόσο διαβολεμένα λίγο όσο ποτέ άλλοτε στην ενήλικη ζωή μου με το «κανονικό» γράψιμο, με τη μυθοπλασία, με τα βιβλία, που υποτίθεται πως είναι η πραγματική μου ενασχόληση, αυτό που μου αρέσει. Ελάχιστα, όσο και —επί μακρά χρονικά διαστήματα— ολωσδιόλου καθόλου. Αλλά όλοι υποστήκαμε μεγάλες ζημιές με τη χρεοκοπία του κράτους, σωστά; Εγώ υπέστην αυτή. (Εντάξει: και αυτή· μεταξύ πολλών άλλων, κοινών με των περισσοτέρων, κυρίως —τι άλλο;— οικονομικής φύσεως). Στο μεταξύ, και μιας και μιλάμε για χρήματα, έπρεπε και να δουλεύει κανείς. Όσο μπορούσε, ό,τι υπήρχε, ό,τι του δινόταν. Αναγκαστικά, η δουλειά βέβαια περνούσε συχνά σε δεύτερο πλάνο: γινόταν στα διαλείμματα από τις άλλες ενασχολήσεις, απαιτώντας ξενύχτια και διαρκή εφεύρεση πρόσθετου χρόνου. Κατά την περίοδο αυτή της χρεοκοπίας, ο χρόνος και η διαχείρισή του απέβη η δική μου φιλοσοφική λίθος. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα, αλλά σίγουρα δεν τα κατάφερα καλά. Κανείς αλχημιστής δεν τα κατάφερε, από τον Παράκελσο μέχρι την ταπεινότητά μου. Όμως δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Κι έπειτα ήρθε και το σάιτ του Amagi, που ήταν από την πρώτη στιγμή βασικό κομμάτι του σχεδιασμού κι ας άργησε τόσο πολύ (και άλλα πολλά ήταν βασικά κομμάτια του σχεδιασμού, αλλά δεν υλοποιήθηκαν ποτέ — ίσως κάποτε), και με αποτελείωσε: τρεις επιπλέον, κατά μ.ό. πάλι, ώρες καθημερινά, από τον Σεπτέμβριο και δώθε. Awkward, ή: ήρθε το γλυκό και έδεσε. [§] Τι άφησαν όλα αυτά; Ό,τι αφήνει καθετί στη ζωή μας, καθετί τέλος πάντων που δεν είναι πολύ δικός άνθρωπος: τίποτε, ένα μικρό ίχνος, κάποιες επιπλέον ρυτίδες, περισσότερο άσπρα (και λιγότερα) μαλλιά, χρέη, ανεξόφλητους λογαριασμούς, προβλήματα στη μέση, κάτι τζούφιες απειλές από φασισταριά της βρομοαριστεράς, πρωτίστως, και της βρομοδεξιάς δευτερευόντως (που λόγια, λόγια, αχ μείναν λόγια, καθώς έχω και πολύ βαρύ χέρι και το ξέρουν και δεν τους παίρνει) — τέτοια πραγματάκια. Και η ικανοποίηση, όσο εκφράστηκε (και μόνο τότε), κάποιων φίλων. Όχι ένα καλό ισοζύγιο. [§] Ζηλεύω πολύ τον Ηλία Κανέλλη για την επάρκειά του και το έργο του. Και τον αγαπώ τρομερά, είμαι ο #1 φαν του. Στα δύο αυτά χρόνια, δεν λογόκρινε τη στήλη ούτε μία φορά. (Κι ας ήταν, μολονότι γενικά πρόσεχα, κάποια κείμενα στα όρια της αγωγής από τα φασισταριά και τα καμμένα μόγγολα). Μόνο άπαξ μού είπε να αλλάξω κάτι γιατί είχα κάνει ένα (χοντρό) λάθος. Τα υπόλοιπα λάθη μου τα άφηνε να περνούν για να μη με προσβάλει. Όπως του λέω συχνά, όταν μεγαλώσουμε κι άλλο θα κάνουμε κάτι πολύ-πολύ σπέσιαλ μαζί, που θα αφήσει εποχή — και θα μας κάνει φυσικά και πλούσιους. Ώς τότε… κάνουμε υπομονή. Ήθελα να προσφέρω περισσότερη κίνηση στο σάιτ τού TBJ, δεν τα κατάφερα. Εγώ φταίω. [§] Και το πίστευα: αλλιώς ξεκίνησα το Ημερολόγιο, και άλλο δρόμο πήρε: αν και ήξερα τι θα γινόταν με τον ΣΥΡΙΖΑ, και το είχα δεκάδες φορές δημοσιεύσει (γιατί εγώ δεν «σας τα ’λεγα» απλώς, σας τα δημοσίευα κιόλας), η Κόλαση όπου μας έριξε η κυβέρνηση, αυτό το τσίρκο παραδοξοτήτων, το μουσολινικό-εθνικοσιαλιστικό πράγμα, με επηρέασε έντονα, και άλλαξε και τη ροή της στήλης. Τα ’κανε όλα μαντάρα. Θα είχαμε πάει πολύ καλύτερα αν το έβλεπα πιο ψύχραιμα. Δεν τα κατάφερα. Δεν το ’χα. Λυπάμαι. [§] Αυτά. Πρέπει λίγο να ξεκουραστώ. Μεγαλώνω ταχέως. Ελπίζοντας πως η παρτίδα θα σωθεί μετά την τελευταία στιγμή, ελπίζοντας πως θα ενωθεί το Κέντρο: η Κεντροδεξιά με την Κεντροαριστερά, όντας σίγουρος πως η Ελλάς προώρισται να ζήση και θα ζήσει, σας χαιρετώ μέχρι αύριο που θα ανεβεί η τελευταία καταχώριση στο Ημερολόγιο Γεφύρας — και κάποιους σάς ευχαριστώ κιόλας. Ήταν μεγάλη τιμή.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016 Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά