Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Γράφτηκε από τον 

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να δεις ένα ματς της ομάδας σου από το γήπεδο. Μπορείς να πας στο πέταλο, ή μάλλον στα πέταλα, είτε στο ένα των σκληροπυρηνικών, είτε στο άλλο των επίσης ορκισμένων αλλά πιο λάιτ και πιο πάτσγουορκ. Μπορείς να πας στη μεγάλη θύρα που προτιμούν οι μπαλαδόφατσες, οι προπονητές της κερκίδας και οι οικογενειάρχες: αυτήν που δείχνει η κάμερα. Μπορείς να πας, φυσικά, στα Επίσημα, απέναντι από την κερκίδα που δείχνει η κάμερα, πολύ κοντά συνήθως στον πάγκο των φιλοξενουμένων (για να τον βαράς και να τους τρομάζεις), που είναι και στεγασμένη, οπότε δεν βρέχεσαι. Κάποιοι, πάλι, επιλέγουν τις σουίτες. Γιατί μπορούν. Και κάποιοι άλλοι παρακολουθούν τον αγών από το μπαρ με τις τηλεοράσεις. Μη σας ξενίζει: αν πας σε δυο-τρία ματς και κάτσεις στο μπαρ, παρακολουθώντας με το ένα μάτι τα ριπλέι στις μεγάλες οθόνες και με το άλλο τη ζωντανή δράση στο γήπεδο από κάτω σου (έστω και με ένα-δύο δευτερόλεπτα χρονοκαθυστέρηση), δεν σου πολυκάνει καρδιά για λίγο καιρό να ξαναβγείς στην κερκίδα. Κάθεσαι στο πάσο, στο ωραίο σκαμπό σου, με το ουίσκι σου, σε άψογη θερμοκρασία, τσιμπολογάς και κάτι, βρίζεις εξίσου και μάλιστα σε κλειστό χώρο, κάτι που μόνο στα όνειρά του κάνει κανείς, βλέπεις καθαρά τις αμφισβητούμενες φάσεις στην τηλεόραση, έχεις και τις τουαλέτες δικές σου και με χωρίς ουρά έτσι και επιλέξεις μπίρες αντί για ποτό. Κάπως έτσι πάει και με την πολιτική, φυσικά. Μπορείς να είσαι στο πέταλο των οργανωμένων, να πανηγυρίζεις ό,τι και να γίνει, χάνεις-κερδίζεις, να ζεις από και για την ομάδα, να πέφτεις κατηγορίες και να μη σε μέλλει, να βγάζεις τη φανέλα σου και να ανεβαίνεις στα κάγκελα υπό βροχήν ακόμα κι όταν ο αντίπαλος σε έχει κατατροπώσει: ΣΥΡΙΖΑ, Ρόζα, συνιστώσες, τέτοιοι. Παίρνεις και το χαρτζιλίκι σου από τον πρόεδρο. Μια χαρά. Μπορείς να τη βγάλεις στο απέναντι πέταλο, όρθιος πάνω στο καρεκλάκι σου, πάλι ελαφρώς μεθυσμένος, να τραγουδάς ό,τι και να γίνεται στο χόρτο, αλλά έχοντας και μια κόντρα με την ΠΑΕ και τη Διοίκησή της, στηρίζοντας μεν αλλά κρατώντας και μια άλφα απόσταση, μη σε πουν και κολλητό του προέδρου όπως τους απέναντι, ενώ μπορείς επίσης να συγχρωτιστείς και με ομάδες (λίγο παράκεντρα αυτές) παλιών οπαδών που πάνε στα ματς πιο πολύ από συνήθεια, βαριεστημένοι και μη συμμετέχοντες, κριτικοί και είρωνες, μουτρωμένοι και βαρείς: ΑΝΕΛ οι μεν και ΚΚΕ οι δε, σαν να λέμε, και κάποιες φράξιες ΑΝΤΑΡΣΥΑ και μ-λ, κάποιοι αχαχούχα Οικολόγοι, τέτοιοι. Στη μεγάλη κλιν κερκίδα, αυτήν που βλέπει η κάμερα, κάθεται και κριτικάρει και ψειρίζει όλες τις φάσεις (και μάλιστα κάνοντας σε όλες λάθος ανάγνωση) η μεγάλη πλειοψηφία, η Κοινή Γνώμη, οι μετακινούμενες μάζες ψηφοφόρων που σήμερα ψηφίζουν ομοθυμαδόν ΠΑΣΟΚ, αύριο ΣΥΡΙΖΑ, κάποιοι θα το ρίξουν στις επόμενες στον Λεβέντη ή στα ζώα τους Χρυσαυγίτες γιατί «όλοι ίδιοι είναι» και τέτοια: αυτοί που επηρεάζουν όλες τις ψηφοφορίες και ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις, οι απολιτίκ — αυτοί για τους οποίους γράφονται οι πρωτοσέλιδοι τίτλοι, γίνονται τα τοκ-σόου, χρηματοδοτούνται οι δημοσκοπήσεις κλπ. Αυτοί που δεν θέλουν να πληρώσουν ΕΝΦΙΑ γιατί έτσι. Στα Επίσημα είναι οι πολιτικοποιημένοι και σίγουροι, από ΚΚΕ Εσωτερικού μέχρι Λαϊκή Δεξιά, όλα μέσα, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, Σταύρος, τα πάντα, ανακατεμένοι αναμετάξυ τους, σε παρέες-παρέες με ομαδικά Διαρκείας, δίπλα, μάλιστα, στα Δημοσιογραφικά, από τα οποία και παίρνουν πληροφορίες κλπ., αντίπαλοι με τον αντίπαλο και αντίπαλοι μεταξύ τους και αντίπαλοι και με τα πέταλα, αν και μερικοί λαχταράνε να πάνε εκεί, ειδικά όταν οι πιτσιρικάδες ανάβουν φιτίλια και καπνογόνα και κάνουν καλή φασαρία. Στις σουίτες μά τον Θεό δεν ξέρω ποιοι είναι, δεν τους έχω δει, τίποτε καναλάρχες και εκδότες και φραγκάτοι, υποθέτω, μπορεί και παπάδες, που ενισχύουν την εκάστοτε κυβέρνηση (οι σουίτες είναι ακριβές) γιατί θέλουν να μπουν στη Διοίκηση στην επόμενη σεζόν και να κάνουν το δικό τους παιχνίδι. Εγώ πάλι, αν με ρωτήσεις, θα ’θελα να ’βλεπα τα ματς από το μπαρ: δηλαδή από το εξωτερικό. Κατά προτίμηση από τη Νέα Υόρκη, ή άντε από καμιά Τσεχία. Αλλά όχι πια από το γήπεδο. Βαρέθηκα, κουράστηκα, σιχάθηκα. [§] Αλλά ώς τότε θα παραμείνω στα Επίσημα, κι ό,τι γίνει.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016 Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά