Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Γράφτηκε από τον 

Έξω από τη φρίκη του καταυλισμού των 15.000 ξεριζωμένων της Ειδομένης, που, εξαιτίας της ιδεολογίας αρπακτικού τού ΣΥΡΙΖΑ, ζουν και δεν έχουν γίνει ακόμη έρμαια μιας αστραπιαίας επιδημίας χάρη και μόνο στις ΜΚΟ, στους εθελοντές και στη βροχή (η ζέστη θα τους αποδεκάτιζε), ψάχνοντας στο ίδιο το χωριό καμιά παρέα ντόπιους για να συζητήσουμε μαζί τους και να τους ακούσουμε, αλλά μη βρίσκοντας τελικώς κανέναν, είδαμε μετά από μια στροφή μία διαφορετική οικογένεια προσφύγων. Κάθονταν —πατέρας, μητέρα, παιδί— κάτω από ένα υπόστεγο, ο ένας κολλητά στον άλλο, με τα χέρια στα γόνατα, όπως πόζαραν πολύ παλιά οι άνθρωποι για να βγουν φωτογραφία. Ήταν μόνοι, μακριά από τις σκηνές και τις φωτιές με τα τηγάνια, μακριά από τις ουρές και τα σάντουιτς που μοίραζαν χαμογελαστοί χιλιοταλαιπωρημένοι συνταξιούχοι από διάφορες μεριές της γης, μακριά από τα αυτοσχέδια μικροσκοπικά παζάρια και τις περικυλωμένες από λάσπη τουαλέτες, μακριά από την οχλοβοή, τη φασαρία, τις συζητήσεις, τις ζυμώσεις, τα κλάματα και τις πνιγμένες διαμαρτυρίες. Απλώς κάθονταν, αμίλητοι, μόνοι τους στο χωριό, κάτω από το στενό μπαλκόνι ή ό,τι ήταν, σε κάτι σαν πεζούλι, με τα χέρια πάνω στα γόνατα. Μπροστά τους και γύρω τους ψιχάλιζε. Περάσαμε από μπροστά τους με το αυτοκίνητο και μας κοίταξαν στα μάτια και οι τρεις (αργότερα θα επιμέναμε πως κοίταζαν τον καθένα μας ξεχωριστά, εμάς μόνο και όχι τους υπόλοιπους), κι αμέσως κατεβάσαμε τις μηχανές και τα κινητά, και πήραμε ακόμα και το βλέμμα μας από πάνω τους και στραφήκαμε όλοι μπροστά, σαν να είχαμε δει κάτι πολύ ιδιωτικό, ή πολύ ιερό. Ο Η. είπε, «Είναι και άνθρωποι που δεν αντέχουν τον συνωστισμό, δεν μπορούν το πλήθος, ασφυκτιούν». Και είχε δίκιο. Δεν ξέρω —πού να ξέρω— τι θα απογίνει αυτή η οικογένεια που κρατιόταν μακριά και μόνη, δεν ξέρω αν θα επαναπατριστούν (τι λέξη…) ή αν θα μπουν σε ένα κέντρο κράτησης, δεν ξέρω αν θα αποδράσουν ποτέ από την Ελλάδα, δεν ξέρω αν θα στεριώσουν κάποτε σε μια καινούρια πατρίδα, δεν ξέρω αν θα ξαναασχοληθούν με τα επαγγέλματά τους (ήταν μουσικοί; μπακάληδες; λογιστές;), δεν ξέρω τι ελπίδες έχουν, αν έχουν καμιά. Ξέρω μόνο αυτό που είδα, και ξέρω πως είναι παγωμένο και πως το λένε Πίκρα.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016 Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά