Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Γράφτηκε από τον 

Μονομανιακά και κουραστικά για όσους επιμένουν να με διαβάζουν, αφότου φάνηκε, πριν χρόνια, ότι η Αριστερά θα καταλάμβανε αργά ή γρήγορα την εξουσία φωνάζω σαν τον τρελό ότι τα πρώτα θύματα των πολιτικών της ναι μεν θα ήταν βέβαια οι φτωχοί, αλλά κυρίως ότι από τους φτωχούς —κάτι που δυστυχώς ελάχιστους ενδιαφέρει, μετρημένους— πρώτοι-πρώτοι θα πλήττονταν οι ξένοι (λέγοντας «ξένοι», εννοώ όσους οι γονείς τους δεν γεννήθηκαν εδώ): μία καθημαγμένη χώρα με πελώρια, θηριώδη ποσοστά ανεργίας και με ελλείψεις στα πάντα δεν είναι σε θέση να συντηρήσει όσους δεν έχουν οικογένεια, δηλαδή ανιόντες συγγενείς που θα κόψουν από την όποια σύνταξή τους — για να μην αναφέρω καν τη ρατσιστική βία που γεννά η φτώχεια, για τις δολοφονίες και τα πογκρόμ. Ως επακόλουθο, με μία χρεοκοπημένη χώρα να τους κοιτά με μίσος, να τους κουνά σουγιάδες και να γράφει στους τοίχους «Δέρνουμε τσίτες», οι μετανάστες δεν θα είχαν άλλο δρόμο από το να παρατήσουν όσα είχαν κατορθώσει να φτιάξουν εδώ, δουλειές, σπίτια, δομές, και να ξαναμεταναστεύσουν, όχι πια στα είκοσι αλλά στα σαράντα τους — μία ανθρωπιστική κρίση χωρίς προηγούμενο που θα έπληττε περί το ένα εκατομμύριο ανθρώπους, αλλά και μία τραγωδία για την ίδια την Ελλάδα (όποια χώρα χάνει τους μετανάστες της γρήγορα βουλιάζει στην αφάνεια και ξεχνιέται), μία ανθρωπιστική κρίση που ο αγώνας των ιδεοληπτικών ηλιθίων για τον σοσιαλισμό μπλα-μπλα θεωρεί ελαφριά παράπλευρη απώλεια. Τότε, δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το αδιανόητο γεγονός της απολύτως ανεξέλεγκτης εισόδου μεταναστών (από την Αφρική κατά κύριο λόγο) και στη συνέχεια προσφύγων εδώ, και κυρίως για την αδυναμία τους να φύγουν από την Ελλάδα, που κανείς σε όλο τον κόσμο δεν θα επέλεγε και δεν επιλέγει για δεύτερη πατρίδα του από το ξέσπασμα της Κρίσης και μετά. Είχα την αφέλεια να πιστεύω πως το πρόβλημα πολύ γρήγορα θα μετατοπιζόταν σε άλλες χώρες, δεν πήγαινε ο νους μου πως δεν θα ήμαστε σε θέση να διαχειριστούμε συντεταγμένα και ορθολογικά το πρόβλημα, αδιαφορώντας εντέλει για τη ζωή και την προκοπή αυτών των ανθρώπων. Η Ελλάδα δεν τους συγκινεί περισσότερο από όσο ένα παιδί η πινακίδα στην είσοδο ενός λούνα-παρκ: δεν είναι ο προορισμός τους η Ελλάδα! Με την εκ των υστέρων γνώση, τρομάζω με την αφέλειά μου, που κράτησε περί τα δύο-τρία χρόνια. Και τρομάζω ακόμη περισσότερο που η άλλη όψη του ναζιστικού ολοκληρωτισμού —η εγκληματική ριζοσπαστική Αριστερά, που μέλη της στελεχώνουν την ίδια την κυβέρνηση—, όχι απλώς εκμεταλλεύτηκε πρόστυχα τον πόνο των ξεριζωμένων αλλά επιμένει να μιλά επί πτωμάτων πλέον για «ανοιχτά σύνορα», δηλαδή για τον πιο σύντομο δρόμο προς την γκετοποίηση αρχικά και τις εκκαθαρίσεις σε δεύτερο στάδιο. Το παιχνίδι έχει χαθεί, οριστικά. Όση βοήθεια και αν λάβουμε (και θα λάβουμε τελικώς), ο χαμένος χρόνος δεν θα ξαναβρεθεί. Ζούμε τα προεόρτια μιας νέας, γιγάντιας περιόδου μεταναστεύσεων και δεν το έχουμε καταλάβει.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016 Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά