Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Γράφτηκε από τον 

Βρέθηκα χθες, λόγω ενός ραντεβού που είχε δοθεί σε ανύποπτο χρόνο και από ανύποπτους ανθρώπους, εμένα και έναν Αθηναίο, στο μέσον των συγκεντρωμένων που ήρθαν από την επαρχία για να στήσουν, να λάβουν μέρος και να παρακολουθήσουν τις εκδηλώσεις (παρέλαση, φωνές, αποκριάτικες στολές, μουσική) των Κωδωνοφόρων του Σοχού στο κέντρο της Θεσσαλονίκης (πέριξ του Λευκού Πύργου, σε όλη την Παλιά Παραλία και στην πλατεία Αριστοτέλους), ένα κέντρο που βέβαια είχε αποκλειστεί για τα αυτοκίνητα, για να παραδοθεί καταρχάς στους πεζούς και εν συνεχεία στο χάος. Παραβλέπω τις ανοησίες περί… διονυσιακού εθίμου (ο καθένας λέει ό,τι ανιστόρητη αρλούμπα θέλει, δικαίωμά του — αν και καλό θα ήταν να μπορούσαν να τα διηθήσουν αυτά οι υπεύθυνοι των εκπομπών και των ειδήσεων, για να μην ακούγονται αυτά τα τρελά από την τηλεόραση, τα ακούνε και παιδιά και αποβλακώνονται), παραβλέπω τη γενικότερη κακομοιριά, τον τριτοκοσμισμό και την ελαφρότητα που απέπνεαν οι συμμετέχοντες και οι φίλοι τους που τους χειροκροτούσαν, αφήνω απέξω και τους περαστικούς που χάζευαν με απορία ή κάνοντας τον σταυρό τους ένα «δρώμενο» (πόσο χυδαία, τι κακοποιημένη λέξη) τόσο χαμηλής αισθητικής, δεν θέλω να θυμηθώ και να αποτυπώσω εδώ τα ξέφτια από τις συζητήσεις που αναγκάστηκα να ακούσω όσο περίμενα το ραντεβού μου (τα μπουζούκια, οι γάμοι, τα μωρά, οι ξένοι, πάλι οι γάμοι, οι λαθρομετανάστες, ο Παντελίδης, το ξύλο που θέλουν όλοι, με πρώτους τούς πολιτικούς και τον… Παπανδρέου, πάλι οι γάμοι και τα μωρά, άλλη μία οι βρομιάρηδες οι ξένοι, ξανά και ξανά το ξύλο στους πολιτικούς, το ντου, το ξύλο, η Βουλή, το ντου, οι φωτιές, οι αγρότες, τα μπλόκα, και συνεχώς τα «έτσι που τα κάνανε» — άλλωστε αυτά, υποθέτω, ακούγονται σε όλες τις παρέες ανθρώπων που μεγάλωσαν με τους Παπαδάκηδες και την υπόλοιπη φιλοναζιστική trash tv του τέλους μας) και μένω σε μένα: ποτέ δεν τα προτιμούσα αυτά, τη φασαρία για τη φασαρία, την προσκόλληση σε μία αρχαϊκή ψευδοπαράδοση, τα τοπικά έθιμα που θέλουν να φανούν και κάνουν τουρνέ σαν θεατρικά μπουλούκια, αυτή τη δόλια παραισθητική κατάσταση του χαβαλέ — τώρα όμως τα κοιτώ ή ακούω για δαύτα με κανονικό μίσος, ή έστω με αποτροπιασμό. Τι άλλαξε; Νομίζω πως δεν έχει να κάνει με το ότι ζούμε τις τελευταίες ημέρες της πομπής μας (και όχι της Πομπηίας: εκείνοι ήταν υψηλού πνευματικού-πολιτιστικού επιπέδου νεκροί, εμείς είμαστε ζόμπι και κατσίβελοι) και κάτι τέτοια καρναβάλια το ξεχνούν ή μάλλον δείχνουν να το απολαμβάνουν, αλλά κυρίως με το γεγονός ότι όλα αυτά τα απεχθή έθιμα —και κυρίως ο τρόπος της παρουσίασής τους— είναι τόσο λυσσαλέα κολλημένα σε μία ακίνητη άμμο που δεν έχει πάρει χαμπάρι από τον κόσμο και τη ζωή και την Ιστορία, είναι τόσο νεκρά, ψόφια, κουφά και γκαβά, που δεν μπορεί παρά να σε απωθούν. Και πρωτίστως: δείχνουν την εικόνα του μέλλοντός μας έξω από τους θεσμούς του πολιτισμού. Έτσι θα ζούμε. Με τα κουδούνια.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016 Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά