Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Γράφτηκε από τον 

Για πολλά έχουμε να λογοδοτήσουμε. Σε ποιον; Δεν έχει σημασία. Ίσως στον εαυτό μας, ίσως πουθενά. Οπότε, αν θέλετε, ακόμη καλύτερα: πουθενά και σε κανέναν. Έτσι η ενοχή θα είναι πιο βαριά. Και κανείς πρέπει να νιώθει ενοχή, αλλιώς η ζωή του πήγε τσάμπα. Διαλέγω στην τύχη: το τέλος της νοσταλγίας. Από τις δεκάδες φίλους που έφυγαν τον τελευταίο χρόνο, άλλοι προετοιμάζοντας την έξοδό τους μεθοδικά, άλλοι εντελώς απαράσκευοι, άλλοι με κλειστά μάτια και τρέχοτνας, ούτε ένας δεν θα σκέφτεται με νοσταλγία αυτά που μείναν εδώ, κι αυτούς που ξέμειναν. Ούτε μισός. Η Ελλάδα θα πάψει να λείπει. Θυμάμαι τη Γερμανία, παλιά, τον θείο μου τον Βαγγέλη που λειτουργούσε το Ελληνικό Σπίτι σε μία πόλη μεταναστών (Τούρκοι, Γιουγκοσλάβοι, Ιταλοί, Έλληνες, μ’ αυτή τη σειρά), κι εκείνη την ανάγκη να μαζευτούν όλοι τους στη μεγάλη σάλα για να δουν ταινίες του Τζέιμς Πάρις ή της Βουγιουκλάκη και του Χατζηχρήστου, να πιουν καφέ με φουσκάλες ρουφώντας τον άγαρμπα και να φάνε τυρόπιτα — τις έψηνε η γιαγιά μου, ένα μάρκο η μία. Είχαν φτιάξει και κάτι σαν απογευματινό σχολείο για τα παιδιά, έναν αθλητικό όμιλο, έφεραν και παπά μετά από λίγο καιρό. Τα καλοκαίρια γέμιζαν τα πορτ-μπαγκάζ με σοκολάτες, μπισκότα και παιχνίδια, ρούχα από τα καλάθια και σέβεντις μπιμπελό, και τα κατέβαζαν στην Ελλάδα, στη Σαλονίκη και στα χωριά. Δεν ήθελαν να φύγουν, αλλά οι μέρες περνούσαν και ξοδεύονταν γρήγορα και άχαρα. Τους έβλεπα και μιζέριαζε το μέσα μου. Τους κορόιδευαν κιόλας, δεν τους ζήλευαν μόνο, όσοι είχαν μείνει πίσω, γιατί μπέρδευαν τις λέξεις καμιά φορά και επειδή δεν μπορούσαν να μανιπουλάρουν τις καινούριες τους συνήθειες, ήταν άκομψοι. Πέθαιναν σαν τις μύγες όταν έπαιρναν σύνταξη, από καρδιά, από πνιγμό, στον δρόμο με το αμάξι, συνήθως δεν δινόταν πολλή σημασία σ’ αυτούς τους θανάτους, τα μάτια στρέφονταν στον επόμενο που θα ερχόταν το καλοκαίρι να δειχτεί, να φέρει δώρα και να ξαναφύγει. Δεν θα επαναληφθεί αυτή η εποχή, οι νέοι μετανάστες μας δεν θα δημιουργήσουν κοινότητες εκεί έξω ούτε θα επιστρέφουν με δακρυσμένα μάτια. Δεν υπάρχει πια κάτι να θέλεις από την Ελλάδα, όπως δεν υπάρχει κάτι να αποζητά κανείς, πέστε, από τη Νιγηρία. Μόνο να ξεχνάς πρέπει, να στρέφεις την πλάτη σου. Καταφέραμε να νικήσουμε ώς και αυτό το κιτς της ηθογραφίας, κι άντε να τα βγάλεις πέρα τώρα με το τίποτα.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά