Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Γράφτηκε από τον 

Ξεχνώ καμιά φορά πως ο Αρσέν είναι σκυλάκι, όπως όλα τα άλλα σκυλάκια, και πως συμπεριφέρεται σύμφωνα με τον γενετικό προγραμματισμό του. Νομίζω πως όλοι οι ιδιοκτήτες κατοικιδίων το ξεχνάμε, βέβαια. Προσωπικά είμαι σίγουρος τις περισσότερες φορές πως είναι ο Αρσέν, εννοώ ένα άτομο, ένα πρόσωπο, που ξέρει απολύτως να συνεννοηθεί μαζί μου με τους δικούς του κώδικες, που αναπτύξαμε από κοινού όσο μεγάλωνε μέσα στην οικογένεια, από δύο μηνών μέχρι τώρα που είναι δεκαπέντε. Για να το κάνω πιο λιανά, πιστεύω πως μέχρι και το μάτι μού κλείνει, τόσο πολύ. Εν πάση περιπτώσει, εχθές δούλευα μέχρι πολύ αργά (τι πρωτότυπο), έλειπε και η μαμά του, η αδερφή του δεν ήθελε να παίξουν και πλενόταν πάνω στον καναπέ που της αρέσει με τις ώρες, και ο Αρσέν είχε δικαιολογημένα βαρεθεί, και αισθανόταν μοναξιά. Εγώ τώρα κάθε βράδυ τρέχω, πράγμα που τον στενοχωρεί πολύ τον Αρσέν: αμέσως μόλις με δει να αλλάζω και να βάζω τις φόρμες που έχω για το τρέξιμο, του πέφτει η ουρά, μελαγχολεί και πάει και στέκεται κάπου μόνος με ένα πολύ στυφό ύφος. Φοβάται πως θα φύγω και δεν θα ξανάρθω, ποιος ξέρει. Έφυγα τέλος πάντων, έκανα μία μικρή μόνο διαδρομή γιατί ήταν ήδη περασμένες 11 το βράδυ, γύρισα γρήγορα-γρήγορα, χάρηκε αυτός, όσο να πεις, που με είδε, αν και όχι πολύ, ήταν συγκρατημένος, κι έπειτα εγώ έκανα ένα γρήγορο ντους, ντύθηκα και ξανάκατσα στο γραφείο για να συνεχίσω τη δουλειά. Και τότε… ξέρετε τι λένε για τα μάτια του σκύλου που είναι στενοχωρημένος κλπ., ναι; Λοιπόν, ο Αρσέν απογοητεύτηκε, όχι για άλλο λόγο, αλλά (κι αυτό το κατάλαβα πρώτη φορά χθες) γιατί δεν τον είχα βγάλει κι αυτόν βόλτα, γιατί τον παράτησα μέσα και βγήκα μόνος μου: αισθάνθηκε μειωμένος, παραπεταμένος, αποπαίδι. Κι έτσι έκατσε κάτω, στη φλοκάτη, με το στήθος και το στέρνο και το πιγούνι στο πάτωμα, και με κοιτούσε με εκείνα τα μεγάλα μάτια, που είναι μελαγχολικά, θλιμμένα, πικραμένα και υγρά — όλο το πακέτο. Επιστράτευσε δηλαδή το κλασικό παραπονιάρικο σκυλίσιο βλέμμα, σύμφωνα με τον γενετικό προγραμματισμό του. Σαν σκυλάκι που είναι, ψέματα; Εννοείται πως είχε δίκιο να παραπονιέται, και άδικο εγώ που πρόλαβα μεν να βγάλω έναν κάποιο όγκο εργασίας (μεταξύ μας: εργασίας χωρίς σημαντική αξία, το αντίθετο), πρόλαβα να μάθω και λίγα για τους χασισοπαραγωγούς και τους κατσικοκλέφτες που κυνηγούσαν τα ΜΑΤ στην Αθήνα κλπ., αλλά όχι και να τον βγάλω τη βραδινή του βόλτα. Οπότε, ξέροντας πως έτσι βέβαια θα μετέφερα πολλή επιπλέον δουλειά για αύριο το πρωί, για τώρα δηλαδή, τον έντυσα και βγήκαμε. Και τότε στο ασανσέρ ο Αρσέν με κοίταξε πονηρά και μου ’κλεισε το μάτι.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά