Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Γράφτηκε από τον 

Χθες ήταν η ημέρα που, ανά δύο εβδομάδες, πηγαίνω το μεσημεράκι στη Στοά Μοδιάνο για να αγοράσω λαθραία τσιγάρα, χρειάζομαι μία ώρα πήγαιν’-έλα για αυτό, που τον κλέβω από τη δουλειά, αλλά αξίζει τον κόπο, και ας με τρώνε οι ενοχές που με την παρανομία μου αυτή επιβαρύνω κάτι (το ΑΕΠ; τα κρατικά έξοδα; κάτι τέτοιο), έχουμε πει ότι είμαι βαρύς καπνιστής και εδώ και ένα χρόνο και κάτι δεν μας περισσεύουν χρήματα στο σπίτι για πολλά, πόσο μάλλον για εκλεπτυσμένο κάπνισμα, και στον δρόμο, επειδή είχα μια κουβέντα με ένα φίλο πριν και μου ’λεγε για τα πρόσφατα ταξίδια που έκανε στο εξωτερικό και για τα επόμενα που έχει προγραμματίσει να κάνει, και καθώς —όσο να πεις— διάφοροι άλλοι φίλοι επιδεικνύουν κάθε ημέρα ποικίλες εκδοχές πλούτου με φωτογραφίες, αναφορές, θαυμαστικά κλπ., και επειδή η επιδίωξη της ευτυχίας περνά μόνο μέσα από τον πλούτο για έναν ελεύθερο άνθρωπο (και για μία ελεύθερη χώρα), επειδή ο πλούτος, ναι, είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο και συντελεί στην καλλιέργεια ενός πνεύματος το ίδιο ή και παραπάνω από τα βιβλία (μάλλον πολύ παραπάνω, αν θέλετε τη γνώμη μου), μ’ αυτά και μ’ αυτά λοιπόν σκεφτόμουν διάφορα για μένα, πώς τα κατάφερα κι έχω να βγω έξω επίσης κοντά ένα χρόνο τώρα ή κάτι τέτοιο (όχι έξω από την Ελλάδα, έξω για φαγητό ή ποτό, εννοώ), ή πώς τα καταφέραμε πολλοί τέλος πάντων από εμάς και μας πήρε η κάτω βόλτα, και με έπιασε μια άλφα απελπισία, που χρωμάτισε και την υπόλοιπη ημέρα μου (σταχτιά, θα έλεγα, αλλά είναι κιτς και δεν το λέω), μία ημέρα απαιτητική όπως όλες (ξύπνησα εφτάμισι, τώρα είναι δύο παρά μετά τα μεσάνυχτα, κι ακόμη οι δουλειές δεν έχουν τελειώσει — αλλά τελείωσε η απαιτούμενη ενέργεια: καθιζάνουμε), και αν κάτι πραγματικά με ενόχλησε είναι η καθαυτό ενόχλησή μου, κι αυτό γιατί βρίσκομαι και πάλι πολύ πιο ψηλά από ένα σωρό άλλους φτωχοδιάβολους (δεν μιλώ καν εδώ για την πληρότητα που βιώνω καθημερινά στο σπίτι μας με την Κ.), που αυτοί κι αν τη βγάζουν δύσκολα, αυτοί κι αν περνούν σταχτιές ημέρες και νύχτες, αυτοί κι αν μας φθονούν κι αν μας μισούν κι αν θέλουν να τα χάσουμε όλα. Είμαστε όλοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, μία μικρή Ελλάδα ο καθένας μας, μία μικρή έρημη χώρα που φθονεί και μισεί και βγάζει νύχια. 

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016 Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά