Σάββατο, 09 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Γράφτηκε από τον 

Δυο πράγματα που έμαθα από τις πρώτες δέκα ημέρες μου με καθημερινό τρέξιμο στη Νέα Παραλία της Θεσσαλονίκης. [§] Είναι δύσκολο για αρχάριους, σε καταπονεί σωματικά και πνευματικά, όποτε πλησιάζω στον τερματισμό σκέφτομαι ήδη το αυριανό μαρτύριο. Σου αρέσει όμως, και σου αρέσει ειδικά ο τερματισμός, ενώ δεν είναι καθόλυο ευχάριστη η αρχή, ειδικά επειδή ξεκινάς πιασμένος και πονάς. Το όλο θέμα έχει να κάνει με το να μην τα παρατήσεις, πράγμα που είναι εύκολο: το αποζητάς κάθε στιγμή· αν μάθεις να μη σταματάς, θα εξελιχθείς. Πρέπει να τρέχεις συντηρητικά και με σταθερό τέμπο, οτιδήποτε άλλο δεν ευνοεί τις μεγάλες αποστάσεις. Από ένα σημείο και μετά πονάς σε διάφορα σημεία του σώματός σου, σε εσωτερικά όργανα και σε μυς, και είναι αυτό κάτι που δεν πρέπει να του δίνεις υπερβολική σημασία. Βλέπεις πολύ κόσμο δεξιά, εμπρός και αριστερά σου, και διαφορετικό κόσμο: νέους, μεγάλους, ζευγάρια, μοναχικούς, παρέες κλπ., και έχεις χρόνο να τους περιεργαστείς και να κάνεις κάποιες σκέψεις γι’ αυτούς. Παντού υπάρχουν ιστορίες, καθώς και κείμενο: τρέχοντας, ακούς σπαράγματα διαλόγων, με πολύ ενδιαφέρον — και με ακόμη μεγαλύτερο καθώς δεν θα μάθεις ποτέ την κατάληξή τους. Τρέχοντας στην ίδια πάντα διαδρομή (όπως εγώ), αντιμετωπίζεις πιο εύκολα το φαινόμενο του κορεσμού, που είναι ένα επιπρόσθετο εμπόδιο στο σχέδιό σου, και ίσως το πιο υψηλό — μπορείς να το στρέψεις προς όφελός σου με διάφορους τρόπους (δεν έχω σκεφτεί ακόμη πολλούς), ψάχνοντας, φέρ’ ειπείν, για αλλαγές που κανονικά παραείναι αδιόρατες για να τις παρατηρήσεις: στο φως, στα σχήματα, στον κυματισμό της θάλασσας, στον καιρό που όλα τα αλλάζει, στον τρόπο που τεντώνεις τον ένα σου αντίχειρα κλπ. Ακόμη και οι επαρχιώτες τουρίστες εκπαιδεύονται εύκολα και δεν πατούν στη λωρίδα των ποδηλατών (τρέχω δίπλα της, κολλητά, πατώντας στα χθεσινά μου βήματα), ωστόσο οι άνθρωποι ξεχνιούνται όταν χαίρονται πολύ ή όταν μιλούν στο τηλέφωνο ή όταν διαπληκτίζονται. Οι ψαράδες έχουν εκμοντερνιστεί: έχουν καινούρια, επαγγελματικά καλάμια, φελούς με φωτάκια λεντ που ανάβουν πάνω στο νερό και βλέπεις πού είναι η πετονιά, ισχυρούς φακούς και στα καπέλα τους όπως οι μεταλλωρύχοι, καλά ψυγειάκια για τα ψάρια, καλά ρούχα, καλούς σκούφους για το κρύο — επίσης μαθαίνεις σε ποια μέρη και ποιες ώρες τσιμπάει, καθώς και ποια σημεία πρέπει να αποφεύγεις έτσι και δεν θέλεις να φύγεις άπρακτος. Κίνηση έχει τα Σαββατόβραδα και τις αργίες. Η παραλία, όπως και οι περισσότεροι δημόσιοι χώροι, αντιμετωπίζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τους βανδαλισμούς, και γενικώς αντέχει — κάποια γκραφίτι είναι λίγο έξυπνα. Μόνο εγώ δεν φοράω κολάν. Δεν χρειάζεται να τρέχεις εμποδίζοντας τους άλλους· τα πεζοδρόμια και οι δρόμοι δεν είναι για τρέξιμο, θα έπρεπε να απαγορευόταν διά νόμου. [§] Έχω στόχο να τρέχω όλο το ’16, και τρέμω στην ιδέα.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016 Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά