Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Γίνεται λόγος για μπουζούκια αυτές τις μέρες (μια η επανάκαμψη της Βίσση που χαροποίησε τη νεολαία, μια η κυβερνητική εκπρόσωπος που διασκέδαζε), και θυμήθηκα κι εγώ, ίσως και ελλείψει άλλου θέματος, γιατί δεν παρακολουθώ την επικαιρότητα, παλιά, που πηγαίναμε μέρα παρά μέρα στα σκυλάδικα, κάπου ανάμεσα στο ’87 και στο ’91, ή μάλλον σε όλο σχεδόν αυτό το μεσοδιάστημα, μια πενταετία κοντά, στα σκυλάδικα βέβαια και ποτέ στα μπουζούκια, με ωραίες και εξαιρετικές παρέες —άλλοι είναι ακόμη μαζί μας, άλλοι έφυγαν—, και ιδίως, μεταξύ κάποιων άλλων, στο «Μωρό» και στην «Ανατολή», πότε στο ένα και πότε στο άλλο, και κατά βάσιν σ’ αυτό που δεν ήταν καμένο, γιατί οι μεν έκαιγαν των δε —υπήρχε, λεγόταν, μία αντιπαλότητα—, κι έτσι αναγκαζόμασταν να μην επιλέγουμε ακριβώς, αλλά να αναγκαζόμαστε —τρόπος τού λέγειν— να επισκεπτόμαστε το εκάστοτε άρτι ανακαινισθέν, μολονότι βέβαια λίγες ήταν οι διαφορές, και σίγουρα ακόμη λιγότερες σε ένα μάτι όχι καλά εξασκημένο όπως ήταν το δικό μου τότε: ο αιώνιος τενόρος που τον είχε φάει στη δισκογραφική ο Μητροπάνος, Και ξέπεσα στη βαριά κι ανήλιαγη νύχτα, όχι ότι κρατάω κακία σε άτομα, η αρχετυπική ντιζέζ που ήταν να γίνει κάτι άλλο, ή μάλλον ψέματα, που υπήρξε κάτι άλλο, όλη η νύχτα μιλούσε για κείνη, πολλά λεφτά, αλλά που τώρα, Νά, βλέπετε, τα πράγματα άλλαξαν, προσαρμοζόμαστε, έχω στόματα να θρέψω, υποχρεώσεις, τα κορίτσια φυσικά που έδειχναν αίφνης πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τη δουλειά σου, Σοβαρά; Ασχολείσαι με τα βιβλία; Τα γράφεις ή τα διαβάζεις;, ο επί των γενικών καθηκόντων, ικανός να βλέπει τις φάσεις που πήγαιναν να γίνουν στην πέρα γωνιά του μαγαζιού ενόσω μιλούσε με σένα κι ενώ έδειχνε, παράλληλα, στα γκαρσόνια πού να πάνε ποιο ποτό, Εδώ δουλεύεις για να μη σκοτωθείς και να μη σκοτώσεις, φιλαράκι, αλλιώς τράβα γίνε ιεροκήρυκας, λουλουδούδες δεν είχε εκεί, ούτε πιάτα, μόνο σαμπάνιες άνοιγαν στα δύο μεγάλα ονόματα, μια γουλιά από το ποτήρι και πέταμα, στον άντρα και στη γυναίκα, που όταν έρχονταν στο τραπέζι σου ένιωθες πως καθόσουν δίπλα στην Κάλας και στον Σινάτρα. Θέλω να πω, κοίτα να δεις πώς τα φέρνει η ζωή. Μόνο τα παιδάκια που βλέπω το πρωί να περιμένουν τα σχολικά από το Ανατόλια και από τον Μαντουλίδη έχουν προδιαγεγραμμένο μέλλον, όλοι οι άλλοι είμαστε όπου φυσήξει ο άνεμος, κάποιοι μπορεί μέχρι και πρωθυπουργοί να φτάσουνε.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015 Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά