Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Στον Άρη είχαμε έναν συνοπαδό, μεγάλη μορφή. Είχε βγάλει πολλά χρόνια φυλακή, ήταν αλήτης, πρεζάκι, δούλευε (όταν δούλευε) νύχτα και κάποια στιγμή, όταν πια πέρασαν τα χρόνια και δεν τον έπαιρνε να δουλέψει, σκέφτηκε να βγάζει τα έξοδά του από τις βούτες. Βούτες είναι αυτό που βουτάς πάνω σε ένα αμάξι την ώρα που κινείται, πέφτεις στην άσφαλτο, βογγάς, τρομάζει ο οδηγός και του λες, βογγολογώντας πάντα, πως μπορεί να ξεμπερδέψει με την όλη δυσάρεστη κατάσταση αν του δώσεις καναδυό κατοστάρικα. Το ’κανε πολλές φορές ο εν λόγω φίλος, και τα κουτσοκατάφερνε. Έκανε βούτες στην Παπαναστασίου. Μια μέρα όμως δεν τα είχε υπολογίσει καλά, και έπεσε λίγο όρτσα πάνω σε μια κούρσα, που τον παρέσυρε ίσαμε πενήντα μέτρα. Έμεινε τέζα ο κολλητός, ήρθε το ασθενοφόρο, τον πήγε στο νοσοκομείο, μπήκε χειρουργείο, τον κλαίγαμε εμείς, αλλά —ω του θαύματος— μετά από έξι μήνες ανάνηψη, εκ των οποίων οι μισοί στην Εντατική, ξαναφάνηκε στην Παπαναστασίου. Αλλά, αυτή τη φορά, όχι μόνος. Του είχαν φορέσει οι γιατροί μια περίεργη κατασκευή στο κεφάλι, σαν αλουμινένιο σκελετό για σκηνή: ένα κολάρο έπιανε σε λαιμό και, από πίσω, στις ωμοπλάτες, και στο μέτωπό του είχε περαστεί (με τέσσερις μεγάλες βίδες) ένας μεταλλικός δίσκος, από όπου ξεκινούσαν τέσσερις ράβδοι προς τα επάνω, που συνέκλιναν σε έναν μικρότερο δακτύλιο, τουλάχιστον μισό μέτρο πάνω από το κούτελό του. Αυτό το πράγμα τού στήριζε το κεφάλι, τον λαιμό, τη σπονδυλική στήλη και τα λοιπά. Εξαιρέσει τής βιδωμένης στο κρανίο του μεταλλικής στεφάνης, το υπόλοιπο μπορούσε να βγει τα βράδια αν ήθελες, και αν είχες τα κατάλληλα εργαλεία, αλλά ο φίλος βαριόταν να το βγάλει και πλέον κοιμόταν λίγο μόνο, στην καρέκλα. Τον φωνάζαμε έκτοτε Ρόμποκοπ. Μια μέρα λοιπόν είχε ένα ευρωπαϊκό ματς εκτός ο πάοκ, και έπρεπε να χάσει. Πήγαμε να το δούμε στον σύνδεσμο, όπου κάποια παιδιά έκλεβαν σήμα από τη Νόβα και πρόβαλλαν το ματσάκι σε μια πάνινη οθόνη με προτζέκτορα. Αλλά το σήμα ήταν χάλια, και δεν βλέπαμε καλά. Και τα χιόνια είναι γρουσουζιά. Ο Ρόμποκοπ ήταν παρών, φυσικά, αν και δεν είχε ιδέα για το ματς — δεν είχε ιδέα για τίποτε. Τριγυρνούσε μέσα στον σύνδεσμο, πήγαινε από παρέα σε παρέα, έλεγε τα δικά του, και ζητούσε από καμιά μπίρα, έτσι και είχες την καλή διάθεση να τον κεράσεις άλλη μία. Κάποια στιγμή, κι ενώ η συμπαθής ομάδα τού πάοκ αμυνόταν κι εμείς περιμέναμε να φωνάξουμε γκολ τρώγοντας τα νύχια μας, ο Ρόμποκοπ πήγε λίγο παρέκει και, ω του θαύματος, η εικόνα καθάρισε. Πάει λίγο πιο κει, πάλι χιόνια. Το πιάνει στον αέρα ένας συνδεσμίτης, σηκώνεται, αρπάζει τον Ρόμποκοπ και τον ξαναβάζει εκεί όπου ήταν πριν: η εικόνα καθάρισε! «Μην τυχόν και το κουνήσεις από δω μέχρι να σφυρίξει το κοράκι», του είπε τότε το παλικάρι, φωνάξαμε κι εμείς όταν ο Ρόμποκοπ πήγε να διαμαρτυρηθεί («Μα τι είμαι εγώ, ρε παιδιά;»), και τον αναγκάσαμε να κάτσει εκεί, να κάνει την κεραία. Τελικά ο πάοκ έβγαλε αναπάντεχο διπλό, φύγαμε απογοητευμένοι, ο Ρόμποκοπ έμεινε με τη σιδεριά κάνα χρόνο ακόμη, και τώρα δεν ξέρω πού είναι. Αλλά εμείς παίζουμε για δεύτερη χρονιά στη γάμμα εθνική. [§] Κάπως έτσι κάνει και η αντιπολίτευση με τον Τσίπρα: «Μην τυχόν και το κουνήσεις από δω», του λέει, «Μην τυχόν και το κουνήσεις από δω».

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015 Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά