Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Αργήσαμε πολύ να αφήσουμε τον Αρσέν μόνο του στο σπίτι έστω και για λίγα λεπτά, γιατί δεν θέλαμε. Έφτασε να είναι εφτά ή οχτώ μηνών για να το πρωτοκάνουμε. Τώρα τον αφήνουμε, αλλά και πάλι σπάνια. Τα σκυλιά στενοχωριούνται μόνα τους στο σπίτι, ειδικά αν ο ένας από τους δύο —στην περίπτωση ζευγαριών, τέλος πάντων— εργάζεται στο σπίτι, όπως εγώ. Δεν μπορεί να λείπει στα ξαφνικά. Φεύγουμε μαζί από το σπίτι, και μένει μόνος («μόνος»: χωρίς εμάς· αλλά είναι βέβαια μαζί του η Φαντομά), μόνο όταν έχουμε εκπομπή στο ραδιόφωνο, μια φορά την εβδομάδα, Κυριακή βράδυ, για δυόμισι ώρες συνολικά. Δεν βγαίνουμε σε άλλες περιπτώσεις, ποτέ· μας αρέσει το σπίτι. Το ξέρει πια ότι θα φύγουμε, το καταλαβαίνει από τις ετοιμασίες μας, και δεν παρακαλάει να μας ακολουθήσει όπως έκανε στην αρχή. Το δέχεται, αν και με κατεβασμένο το κεφάλι. Δεν κοιμάται ούτε στιγμή όσο κάνουμε να επιστρέψουμε: παίζει λίγο με την αδερφή του, ίσως περισσότερο άγρια από ότι συνήθως αν κρίνουμε από κάποια ίχνη που ανακαλύπτουμε επιστρέφοντας, και κυρίως ξεροσταλιάζει στην πόρτα, καθιστός στα πίσω του πόδια. Ελπίζω πως ξέρει ότι θα γυρίσουμε κάποια στιγμή (από ώρα σε ώρα), αλλά δεν είμαι σίγουρος. Πάντως, τελικώς γυρνάμε. Και φυσικά —έτσι κάνουν τα σκυλιά— ξετρελαίνεται εκείνες τις στιγμές, δεν ξέρει τι να κάνει από την απροσδόκητη ευτυχία, φοβάσαι μη μείνει στον τόπο από τη χαρά και από την απροσδόκητη ευτυχία. Και τότε τον παίρνω για μια «χαριστική» μεταμεσονύκτια βόλτα, που είναι πολύ μυστική και πολύ δική μας: μυστική και κρυφή και ιδιωτική. Και πηγαίνουμε γρήγορα-γρήγορα (εκείνος με οδηγεί), τρέχοντας ή περπατώντας πολύ γρήγορα (ή με τον τρόπο του λύκου: τρέχοντας εκατό μέτρα, περπατώντας άλλα εκατό· τρέχοντας εκατό μέτρα, περπατώντας άλλα εκατό) προς την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, εκεί στα σκαλάκια, και καθόμαστε αγκαλιά και κοιτάμε απέναντι, κι εκείνος είναι λαχανιασμένος, και είμαι λιγάκι λαχανιασμένος κι εγώ. Και, αφού ξελαχανιάσει, και ξελαχανιάσω κι εγώ, ο Αρσέν μού μιλάει. Στο αυτί, ψιθυριστά. Και, ό,τι κι αν μου λέει, έχει δίκιο. Και ζητά, έπειτα, να του πω τη γνώμη μου, και του τη λέω. Κι έπειτα χαμηλώνουμε τη φωνή, και λέμε και λίγα πράγματα ακόμα, λίγα λόγια ακόμα: μυστικά, δικά μας. Κι έπειτα σωπαίνουμε, δείχνοντας —αν μας έβλεπε ένας τρίτος— ότι τα σκεφτόμαστε. Όντως αυτό κάνουμε. Κι έπειτα κουνάμε το κεφάλι καταφατικά, χωρίς να μιλάμε πια, σηκωνόμαστε, και παίρνουμε τον δρόμο του γυρισμού. Δεν κάνει «σκαλάκια» στο ΚΘΒΕ, δεν παίζει, δεν κυνηγάει φύλλα ούτε κοιτάει τα άλλα σκυλιά (αδέσποτα μόνο, τέτοιαν ώρα). Είναι σοβαρός. Επιστρέφουμε σπίτι από τον ίδιο δρόμο, παίρνουμε το ασανσέρ, ανεβαίνουμε επάνω, του καθαρίζω τα πόδια, ερχόμαστε εδώ στο γραφείο, κι εγώ κάθομαι στον υπολογιστή για να γράψω το Ημερολόγιο, ενώ εκείνος ξαπλώνει στα πόδια μου και αποκοιμιέται αμέσως. (Όσο λείπουμε με την Κ. δεν κοιμάται ποτέ, και η φυλή του χρειάζεται πολύ ύπνο, είναι πτώμα). Κοιμάται, με το κεφάλι του στο πόδι μου, και λίγο ροχαλίζει. Έχει αποκοιμηθεί ολότελα σίγουρος ότι έχω καταλάβει, και ότι δεν θα τον προδώσω. Κι εγώ συνήθως γράφω για πράγματα ανόητα, αλλά σήμερα, που μου είπε ένα πολύ μεγάλο μυστικό, αποφάσισα να γράψω γι’ αυτόν. [§] Καληνύχτα, Αρσέν.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015 Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά