Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Ο ένας από τους δυο μου φίλους —νέα, μορφωμένα παιδιά, κάπου στα τριάντα— είχε δίπλωμα κυβερνήτη σκάφους αλλά και ένα ολόκληρο παλιό σκαρί, είκοσι τέσσερα πόδια ή κάτι τέτοιο, οικογενειακή κληρονομιά. Μόνο που σάπιζε κάπου και, αν το ’βλεπες, εκτός τού ότι δεν θα του έριχνες δεύτερη ματιά, θα ήσουν παραπάνω από σίγουρος ότι ήταν απλώς για πέταμα. Το πολύ-πολύ να ’βγαζε κάποια πράγματα για ανακύκλωση έτσι και το διέλυες σωστά, αλλά και πάλι: το πολύ-πολύ. Έκανε δουλειές του ποδαριού αυτό το παιδί, τα τελευταία χρόνια δούλευε πακετάς σε ένα σαντουιτσάδικο. Δεν είναι εύκολη δουλειά —θέλει κότσια, είσαι όλη μέρα πάνω σ’ ένα μηχανάκι βρέχει-χιονίσει και τρέχεις σαν τρελός για να μην κρυώσει το φαγητό— και αμείβεται άσχημα. Και ο άλλος ο φίλος κάτι παρόμοιο έκανε. Μην τα πολυλογώ, το συζήτησαν μια, το συζήτησαν δυο και, μολονότι όλο αυτό άρχισε σίγουρα σαν αστείο, ή και σαν φάρσα, πήραν εντέλει τη μεγάλη απόφαση. Και άρχισαν να δουλεύουν πάνω στο σκάφος. Πολύ καιρό. Και οι δύο. Πολύ καιρό, και πολύ σκληρά. Με τα χέρια. Χρειάστηκαν και κάποια χρήματα, έψαξαν, κατάφεραν να τα δανειστούν, τα επένδυσαν σε μαστόρους και υλικά. Και, ξαφνικά, κάτι άρχισε να σχηματίζεται. Το σκάφος ξανάρχισε να μοιάζει με αυτό που υπήρξε παλιά. Οι τρύπες έκλεισαν, το κατάστρωμα στρώθηκε, οι καμπίνες ξαναφτιάχτηκαν, η κουζίνα ξανάγινε από την αρχή, τα μέταλλα γυαλίστηκαν, οι μηχανές δούλεψαν σωστά, τα όργανα πήραν μπρος. Η βάρκα ξαναμπήκε μετά από πολύ-πολύ καιρό στο νερό και, ω του θαύματος, αποδείχτηκε αξιόπλοη. Και, απρόοπτα σχεδόν, έτσι από τη μια μέρα στην άλλη, άρχισε η δουλειά: ξεναγήσεις τουριστών στα παράλια ενός νησιού, κάπου στις Κυκλάδες. Με ακόμη περισσότερα έξοδα στην αρχή: αδειοδότησης, ελλιμενισμού, τροφοδοσίας — χίλια δυο. Και με ελλιπείς γνώσεις για το πώς ακριβώς προσελκύεις τους τουρίστες, ποιους ανθρώπους πρέπει αρχικά να προσεγγίσεις, πόσο να τους πληρώσεις, τι να προσέχεις, τι να προσφέρεις εκτός από τη βόλτα στη θάλασσα — ένα βουνό θέματα. Ξεκίνησαν στα τέλη της άνοιξης, και τους πρώτους πέντε μήνες κοιμόνταν κάθε βράδυ (κάθε βράδυ) στις καμπίνες. Έπρεπε να ξυπνούν από το χάραμα για να τις τακτοποιούν για να φαίνονται σαν να μην είχε μπει άνθρωπος εκεί, και σίγουρα όχι το πλήρωμα: οι πελάτες δεν θα το εκτιμούσαν αν τους έβλεπαν να βγαίνουν αγουροξυπνημένοι από το κύτος του σκάφους. Θυμήθηκαν επίσης πως ένας τρίτος φίλος τους είχε μεγάλο ταλέντο στη μαγειρική: προσελήφθη αμέσως για μάγειρας — ευτυχώς, οι καμπίνες ήταν τρεις. Από τον έκτο μήνα, βρήκαν δωμάτια στο νησί, και έλυσαν αυτό το πρόβλημα. Επέστρεψαν στην πόλη πριν λίγες μέρες, μετά από οχτώ μήνες καθημερινής (καθημερινής) δουλειάς, από τις 8 το πρωί ώς τις 10 το βράδυ. Ξεχρέωσαν, έβγαλαν αρκετά χρήματα, έφεραν το σκάφος πίσω για επισκευές και επιπλέον ανακαίνιση, αρχές Μαρτίου ξαναπιάνουν δουλειά πέρα στο νησί, υπολογίζουν να έχουν ένα ισχυρό κεφάλαιο στα χέρια τους μετά από δυο-τρία χρόνια. Γελάνε τα μάτια τους, τα πρόσωπά τους είναι φωτεινά, οι ξεναγήσεις τους και το φαγητό που προσφέρουν έχουν αφήσει εποχή. Δεν το ’βαλαν κάτω — πέτυχαν. [§] Αυτό. [§] (Θα πεις, ναι, μα είχαν κάτι, είχαν, ένα σκάφος. Όχι: είχαν μια σάπια βάρκα, και χρέη, και δούλευαν ντελίβερι).

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015 Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά