Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2015

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Όταν έγινε ένας μεγάλος πόλεμος και όλοι έφυγαν από την πόλη από τον φόβο του μαχαιριού, έμειναν πίσω μόνοι τους οι σκύλοι και οι γάτες, γιατί κανείς δεν είχε χώρο ή μυαλό γι’ αυτά —όλοι έφυγαν γρήγορα, βιαστικά, νύχτα, από τη θάλασσα—, και για καιρό τα ήμερα εκείνα ζώα περίμεναν τον κόσμο να γυρίσει και κοιτούσαν όλο προς τη μεριά που είχαν φύγει όλοι τους με τα καράβια, και σουλατσάριζαν στην προκυμαία πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, και έτρωγαν από τα σκουπίδια. Αλλά ο κόσμος δεν γύρισε, και τα σκυλιά και οι γάτες το πήραν κάποια φορά απόφαση ότι θα έμεναν μόνοι, και τα μάτια τους εκείνη τη στιγμή στοίχειωσαν και λόξεψαν, κι άρχισαν από την ίδια κιόλας νύχτα να κουμαντάρουν την πόλη, οι μεν από δω, οι δε από κει, κι όποτε κάποιος περνούσε από λάθος ή για να κυνηγήσει κρυφά στη μεριά των άλλων, τον έπιανε ο εχθρός, και τον έπνιγαν και του ξερίζωναν την καρδιά και παλούκωναν το κεφάλι του σε ένα ψηλό σημείο να φαίνεται από μακριά και να δίνει το παράδειγμα. Βέβαια αυτά λίγο τρόμαζαν οποιονδήποτε, έγιναν συνήθεια, και συνέχεια υπήρχαν αυτοί που αψηφούσαν τα σύνορα και τις περιπόλους για να περάσουν απέναντι, στον εχθρό, όχι για κυνήγι πια ή από λάθος αλλά για τη χαρά του κινδύνου, μέχρι που κι αυτή η συνήθεια γενικεύτηκε, και οι τομείς καταργήθηκαν ολωσδιόλου, και ένας μεγάλος πόλεμος ξέσπασε ανάμεσα στα δύο είδη, και τα αφάνισε. Κι έπειτα μια μέρα, ένα πρωί, οι άνθρωποι γύρισαν, αλλαγμένοι, αλλιώτικοι, αμίλητοι, λειψοί, και μπήκαν πάλι στα σπίτια τους που είχαν ρημάξει και άνοιγαν τις καινούριες τους βαλίτσες για να τακτοποιηθούν, και τότε πια υπήρχε μόνο ένα ζευγάρι που πάλευε έξω, σε μια ανασκαμένη από τις βόμβες αλάνα, ένας σκύλος, ο τελευταίος, και μια γάτα, η τελευταία κι αυτή, και ένα παιδί τα είδε που πολεμούσαν με τόση λύσσα και φώναξε, και ήρθαν οι μεγάλοι για να τα χωρίσουν, και πράγματι τα χώρισαν κάποια στιγμή, με πολλή δυσκολία, μα εκεί που κοιτούσαν τις πληγές και τις γρατζουνιές στα χέρια τους, ο σκύλος και η γάτα τούς ξέφυγαν πάλι, και πιάστηκαν στόμα με στόμα και δαγκώθηκαν πολύ, και πέθαναν εκεί στην αλάνα, γιατί κάτι τούς έλεγε πως ο πόλεμος θα ξανάρθει, και πως θα έμεναν πάλι μόνοι, να περιμένουν τον κόσμο να γυρίσει από τη θάλασσα, μάταια.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015 Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά