Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Η μέρα ήταν πολύ δύσκολη σήμερα, κι άσε όλα τα άλλα, σκέψου μόνο τις δουλειές, που μας πήγαν ώς αργά, από τις 7 το πρωί ώς τα μεσάνυχτα, και σκέψου μόνο πως αυτό είναι πια καθημερινό, και πως το βασικό που κάνεις αυτή την ώρα (τώρα είναι 00:45΄) και που έκανες όλο το προηγούμενο μισάωρο είναι να σκέφτεσαι τι πρέπει να γίνει πρώτο-πρώτο αύριο το πρωί και τι δεύτερο και τι τρίτο κ.ο.κ., κι όταν τα βρεις θυμάσαι ξαφνικά κάτι ακόμη, οπότε όλο αυτό το σύστημα θέλει αναδιάταξη, και ανάβεις τσιγάρο από το άγχος και επειδή απλώνεται μέσα σου αυτή η απόλυτη αμηχανία και θες να τη γλυκάνεις με τον καπνό, κι όσο να τα σκεφτείς ξανά όλα αυτά και να ξαναβρείς τη σειρά των υποχρεώσεων, και να καθίσεις για να γράψεις το κομμάτι, που από τη μια το σέβεσαι πολύ (εννοώ: τον χώρο που σε φιλοξενεί) και από την άλλη δεν του δίνεις «αυτό που έχεις», αυτό που θα μπορούσες και που οπωσδήποτε θα έπρεπε, κι όσο να τα σκεφτείς, λέω, όλα αυτά, το τσιγάρο έχει καεί και έχει σβήσει, και μιας και βάζεις λίγο καπνό μέσα δεν αξίζει ο κόπος να το ξανανάψεις και το πετάς —γι’ αυτό μού λένε ότι πετώ βασιλικές γόπες, αλλά δεν είναι έτσι, κάνουν λάθος—, και εντέλει, για να αρχίσεις επιτέλους να γράφεις ανάβεις άλλο, δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκινήσεις αλλιώς, και φυσικά δεν το θέλεις, δεν το διανοείσαι να ξεκινήσεις αλλιώς, χωρίς τσιγάρο στα χείλη, κι επειδή ποτέ δεν το ανάβεις μηχανικά, κάθεσαι για μια ρουφηξιά, την πρώτη, να το ευχαριστηθείς, και πάνω στη ρουφηξιά αυτή αποξεχνιέσαι, κάνεις πάλι υπολογισμούς, τεμαχίζεις τον χρόνο, στριμώχνεις υποχρεώσεις, χολοσκάς, και νά —τι έκπληξη— που το τσιγάρο, όταν το ξανακοιτάξεις, είναι και πάλι μικρό και λιανό και σβησμένο, και δώσ’ του πάλι από την αρχή, και ξανά και ξανά, μέχρι που αποκλείεται να το γράψεις το κομμάτι, σαν άλλος Αχιλλεύς που ποτέ δεν θα περάσει την προπορευόμενή του χελώνα στον αγώνα, ποτέ δεν θα το γράψεις, άλλωστε δεν είχες δα και θέμα, ή είχες όλα τα θέματα αλλά δεν σου άρεσε κανένα, κι έτσι μένεις χωρίς να γράψεις τίποτε, χαμένος μέσα στον καπνό και στον τεμαχισμό του χρόνου, και όλα αυτά σε ένα δωμάτιο που έχει παγώσει τέτοιαν ώρα της νυκτός, γιατί πρέπει να κρατάς ανοιχτό το παράθυρο όλο τον χρόνο ακριβώς γιατί καπνίζεις, ενώ μέσα έχουν ανάψει τη σόμπα, έστω διακριτικά, και κοιμούνται και οι τρεις στον καναπέ, η μικρή χωμένη όλη κάτω από τις κουβέρτες, και ο Αρσέν να ροχαλίζει επειδή η βραδινή βόλτα ήταν μεγάλη και τον κούρασε, κι επειδή έχει και τη μύτη του έτσι πλακουτσωτή.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015 Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά