Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Έχω πει και ξαναπεί πως το ζήτημα είναι προσωπικό. Εξ ου και οι ευθύνες θα αποδοθούν ονομαστικά. (Και όχι μόνον οι ευθύνες: και οι ποινές). Έτσι, από όλες, φέρ’ ειπείν, τις συντάξεις που κόβονται εξαιτίας του Παπαδάκη, του Αυτιά, του Λαζόπουλου, του Λιακόπουλου και των άλλων τραγικών τύπων που ο Λαός, αυτό το σύμφυρμα ομάδων συμφερόντων, επέλεξε να μας κυβερνούν, γιατί αυτοί κυβερνούν, όχι ο Τσίπρας και η Γιάνα, με νοιάζει κυρίως μία. Μία συγκεκριμένη σύνταξη: του μπαμπά μου. Δούλευε δεκάξι ώρες την ημέρα, κάθε μέρα εκτός Κυριακής, μια ζωή, κι από τα χέρια του πέρασαν χιλιάδες παιδιά, που τον μακάριζαν σαν δάσκαλο. Και οι γονείς μου, επιπροσθέτως, δεν έχουν κανέναν άλλο πόρο — ήδη πένονται. Αλλά: είπα κυρίως. Γιατί με νοιάζουν και οι συντάξεις των αλλωνών, των αγνώστων, κι ας τις βλέπω όλες τους λοξά και με μισό μάτι. Επειδή είμαι πονόψυχος; Μπα, δεν είμαι καθόλου πονόψυχος. Ούτε στάλα. Απλούστατα, εγώ και οι δικοί μου θα περνάμε καλά μόνο αν και οι υπόλοιποι περνούν καλά. Η φτώχεια, η δυστυχία, η κακομοιριά, η βία —που γεννούν η φτώχεια, η δυστυχία και η κακομοιριά—, η απαιδευσιά και η αμορφωσιά —και το πολτώδες κοινό γρυλιζόντων διπόδων που γεννούν η απαιδευσιά και η αμορφωσιά—, δεν με συμφέρουν. Άσε δε που αυτά τα γρυλίζοντα δίποδα που αγαπούν τον Παπαδάκη, τον Αυτιά, τον Λαζόπουλο, τον Λιακόπουλο και τα άλλα τραγικά άτομα που επέλεξαν να μας κυβερνούν, δεν αγοράζουν τα βιβλία μου και δεν διαβάζουν τα άρθρα μου και δεν έρχονται κοντά σε ό,τι κάνω: μου είναι φύρα, τους είναι ξένα, τα κοιτούν εχθρικά, είμαι εχθρός τους. (Κι εκείνοι εχθροί μου: οι μόνοι εχθροί που έχω ζουν εντός συνόρων). Αυτός είναι και ο μόνος λόγος που δεν είπα ποτέ μου, «Αχ τι καλά, τα ζώα θα την πατήσουν τώρα, οι επιλογές τους γύρισαν μπούμερανγκ, ψήφισαν όπως τα καθίκια στα πλοία που βουλιάζουν τρέχουν να πιάσουν θέση στις ναυαγοσωστικές λέμβους κλοτσώντας στην κοιλιά εγκύους και παραγκωνίζοντας γέρους και παιδιά — καλά να πάθουν!» Μακάρι να μπορούσα να το κάνω, μακάρι να μπορούσα να χαρώ με τη δυστυχία που θα επιπέσει επί τας κεφαλάς των τομαριών. Δεν μπορώ: δεν με παίρνει. Η δυστυχία τους, μεταδοτική νόσος όπως και καθετί που εκρέει από μέσα τους, θα κολλήσει σαν βλέννα και πάνω σε μένα, και πάνω στους δικούς μου. Μακάρι να μπορούσα να το κάνω. Μόνο να τους φτύνω μπορώ. Είναι κι αυτό μια παρηγοριά.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015 Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά