Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Κάθε Κυριακή πρωί, κατά τις εφτά και πέντε, κατεβαίνουμε με τον Αρσέν από το σπίτι, ρίχνουμε μια ματιά δεξιά και αριστερά στην Προξένου Κορομηλά για να δούμε αν πηγαίνουν όλα καλά —κάτι παιδιά τσακώνονταν μεθυσμένα σήμερα, κατηφορίζοντας από το Berlin, συνηθισμένα πράγματα, ενώ έξω από τα σκουπίδια μπροστά από το σπίτι κάποιος είχε πετάξει δύο κλειστά ασημί πακέτα μαργαρίνη, άγνωστο γιατί—, στρίβουμε τη Μοργκεντάου για να πετάξουμε στον κάδο τα ανακυκλώσιμα υλικά της εβδομάδας και, μέσω της Μαργαρίτη, κατευθυνόμαστε στο ψιλικατζίδικο που δουλεύει όλο το εικοσιτετράωρο στην Παύλου Μελά για να πάρουμε τις εφημερίδες, απέναντι από την πιάτσα των ταξί —έχουμε γίνει πια φίλοι με τα παιδιά—, πράγμα που σημαίνει ότι μετά περνάμε τη Νικηφόρου Φωκά και μπαίνουμε στο στενό της Τσιρογιάννη, που του αρέσει ξεχωριστά τού Αρσέν και με οδηγεί καμαρωτός-καμαρωτός, και, αφού περιηγηθούμε το πάρκο της, διασχίζουμε οπωσδήποτε την Εθνικής Αμύνης, που είναι πάντα άδεια, χωρίς ούτε ένα αυτοκίνητο μέχρι πέρα ψηλά στην Τσιμισκή, περνάμε κάτω από το επιβλητικό μέγαρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και στρίβουμε στη Νικολάου Γερμανού, για να πάμε απαρεγκλίτως και να καθίσουμε στα σκαλάκια της Δημοτικής Πινακοθήκης, με θέα απέναντί μας το πάρκο του Ξαρχάκου, που κουβαλά μία τεράστια, τεράστια ιστορία, για την οποία θα μιλήσουμε κάποτε. Εκεί, λοιπόν, ο Αρσέν κάθεται στην αγκαλιά μου και ρεμβάζει για κανένα πεντάλεπτο, αμίλητος και ακίνητος. Δεν ξέρω τι ακριβώς τού αρέσει, αλλά τον μιμούμαι. Είναι ωραία. Έπειτα, σηκωνόμαστε πάλι, παίρνουμε τον δρόμο για πίσω, αν και από το κάτω μέρος της πλατείας Τσιρογιάννη αυτή τη φορά, που τα παγκάκια του είναι πάντα κατειλημμένα από επαγγελματίες ρακοσυλλέκτες — κοιμούνται στα σλίπινγκ μπαγκ τους ή κάτω από κουβέρτες και ξυπνούν κι αυτοί σιγά-σιγά τρίβοντας το πρόσωπό τους. Καμιά φορά κανένας τους μας κοιτάζει, και τον κοιτάζουμε κι εμείς, και οι δύο με συγκαλυμμένη έχθρα. Σήμερα, ένας τους, γεμάτος εντυπωσιακές ουλές σε όλο του το πρόσωπο, έτρωγε κάτι με βουλιμία, με μεγάλες απανωτές μπουκιές, σαν παγωτό ή κάτι τέτοιο, ενώ είχε άλλο ένα παρόμοιο παγωτό στην ποδιά του, για να το φάε αμέσως μετά. Με κοιτούσε με μάτια που άστραφταν θολά, και χαμογελούσε με το στόμα του πασαλειμμένο. Περάσαμε απέναντι, όπως πάντα, ρίξαμε μια βιαστική ματιά στην εντυπωσιακή βιτρίνα της Εστίας, που μας αρέσει πολύ, ξαναμπήκαμε στα στενά, φτάσαμε στην πολυκατοικία μας, έψαξα τα κλειδιά μου και ανεβήκαμε επάνω για να φτιάξω καφέ. Απλώς, τώρα δα, προ δέκα λεπτών, έτυχε να δω ότι εκείνα τα πακέτα της μαργαρίνης που ήταν πεταμένα έξω από τον πράσινο κάδο έλειπαν, και τότε κατάλαβα πως ο ρακοσυλλέκτης στο πάρκο της Τσιρογιάννη, εκείνος με τις ουλές —τώρα που το σκέφτομαι, έμοιαζε πολύ με τον Κουικουέγκ—, δεν έτρωγε κάτι «σαν παγωτό». Και ότι είχε ήδη κάνει τις βόλτες του κι εκείνος στη γειτονιά, πατώντας πάνω στα βήματά μας. Ή, δεν ξέρω πια, εμείς πατούσαμε πάνω στα δικά του.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015 Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

1 σχολιο

  • Εξαιρετικό κείμενο, με άγγιξε βαθιά. (Και πώς να χαμογελάει κανείς εύκολα όταν σκεφτεί έστω και μια φορά ότι βαδίζει την ίδια βόλτα με τον άστεγο συνάνθρωπό του.)

    Συνδεσμος σχολιου
    Δήμητρα T. Δήμητρα T. Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015 18:42

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά