Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Αυτός θα είναι ένας σκληρός χειμώνας, και κρύος. Για πολλούς, θα είναι ένας χειμώνας δραματικός, και παγωμένος. Χθες, με τη βροχή εδώ στην πόλη, χιλιάδες πολίτες που είχαν σκοπό να τρέξουν στον Ημιμαραθώνιο δεν βγήκαν καν απ’ τα σπίτια τους τελικά, δεν τόλμησαν να ξεμυτίσουν, κι ας μην είχε κρύο. Είχε όμως βροχή — άτιμο πράγμα η βροχή, δεν σε προστατεύει τίποτε από δαύτη, ούτε οι μαύρες σακούλες σκουπιδιών που τις φοράς αντί για νιτσεράδα, ούτε οι εφημερίδες που χώνεις κάτω από τα ρούχα σου, ούτε τα υπόστεγα, ούτε οι καβάντζες που θυμόσουν ότι είχες εντοπίσει εδώ κι εκεί. Η βροχή, το νερό, μπαίνει παντού. Το ’χει αυτό — ξέρει να το κάνει καλά. Φαντάσου τώρα να μην ήταν να πάρεις μέρος στον μάλλον σαχλό Ημιμαραθώνιο μαζί με το παιδί σου, αλλά να είσαι εσύ εκείνο το παιδί, κι ας έχεις γένια στο πρόσωπο, και ρυτίδες κάτω από τα γένια. (Όλοι είμαστε διαρκώς στην ίδια παιδική ηλικία: κατά βάθος το ξέρεις κι εσύ, το νιώθεις κάθε μέρα, και διαρκώς όταν τυχαίνει να είσαι μόνος). Και φαντάσου, λέει, να μην ήταν να τρέξεις, αλλά απλώς να περάσεις κι αυτό το βράδυ σου κάπου έξω. Να έχεις πέντε τσιγάρα στην τσέπη, να μην πολυπεινάς —έχεις φάει, ας πούμε, κάτι θρεπτικό κάποια στιγμή μες στη μέρα, μία πίτα γύρο—, να ’χεις κι ένα μισόλιτρο κόκκινο κρασί μέσα σε μια απ’ τις τσάντες σου, αλλά — να βρέχει. Κι όμως να μη βρέχει μόνο αυτή τη νύχτα: να έχει βρέξει και την προηγούμενη, να σε είχε κάνει μούσκεμα, να μην πρόλαβες να στεγνώσεις, και τώρα να βρέχει ξανά, και να ’ναι να ξαναβρέξει και αύριο, και ξανά μεθαύριο, και συνέχεια. Φαντάσου τώρα όμως να μην είχες φάει εκείνη την πίτα γύρο κάποια στιγμή μες στη μέρα, να μην έχεις το κρασί σε μια απ’ τις τσάντες σου, και να σου λείπουν και τα τσιγάρα απ’ την τσέπη. Και να βρέχει μέρες τώρα. Ίσως, φαντάσου ακόμα, να μην ξέρεις και τη γλώσσα. Και κάν’ το όλο αυτό δέκα, εκατό, χίλια, δέκα χιλιάδες παιδιά με γένια, και με ρυτίδες κάτω από τα γένια. [§] Δεν τα λέω αυτά για να συγκινηθείς, πόσο δε μάλλον για να βοηθήσεις. Τα λέω απλώς για να τα θυμόμαστε. Οι πόλεις θα γεμίσουν ξανά και πάλι με ανθρώπους που θα βρέχονται από την ασταμάτητη βροχή, κι αυτό είναι κάτι που δεν μας κάνει κακό να το έχουμε κατά νου. Ιδίως όταν —γιατί αυτός θα είναι ένας σκληρός χειμώνας, και κρύος— θα ’χουμε να παλέψουμε με τα δικά μας. Ιδίως όταν, και για πολλούς από μας, θα είναι ένας χειμώνας δραματικός, και παγωμένος. Ας πούμε ότι τουλάχιστον εμείς ξέρουμε τη γλώσσα και, αν μη τι άλλο, επιλέξαμε με το χέρι στην καρδιά να έρθει όλο αυτό που καλέσαμε. Και να μείνει. Είναι μια παρηγοριά. Γι’ αυτό το λέω.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015 Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά