Τρίτη, 06 Οκτωβρίου 2015

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Η παράδοση θέλει τον Πύρρο να κάθεται σε ένα βράχο δίπλα στη θάλασσα ήρεμος και ευχαριστημένος και να πίνει κρασί με έναν από τους στρατηγούς του, μια καλοκαιρινή βραδιά, τσιμπολογώντας ένα κουνέλι μεγειρεμένο με χόρτα και λέγοντάς του τα σχέδιά του — θα κατακτούσε κι αυτή τη γη, και μετά την άλλη, κι έπειτα την παραπέρα, θα νικούσε εκείνον και τον άλλο εχθρό, κι έπειτα και τον τελευταίο, και… «Και μετά τι;» τον ρωτάει ο στρατηγός. «Ε, μετά», του λέει ο Πύρρος πίνοντας από το ποτήρι του, «μετά θα ξαπλώνουμε εδώ στο βράχο, φίλε μου, ήρεμοι και ευχαριστημένοι, θα τρώμε το ωραίο μας φαΐ και θα πίνουμε το κρασί μας». «Μα και τώρα αυτό δεν κάνουμε;» ήταν η εύλογη απορία του άλλου. Ο Πύρρος θύμωσε, αλλά δεν το ’δειξε. [§] Κάποιες φορές μέσα στη μέρα, ανάμεσα από τις δουλειές και τα τρεχάματα που μας εξαντλούν, νιώθουμε να ζούμε στον Παράδεισο: εκείνες τις στιγμές, δέκα, εκατό, χίλια, ένα εκατομμύριο ευρώ παραπάνω στην τσέπη μας δεν θα μας έκαναν ούτε μια στάλα πιο ευτυχείς. Όλοι οι άνθρωποι χορταίνουμε το ίδιο άλλωστε. Αρκεί να ’χουμε κάποιον δίπλα μας, και ίσως κι ένα καινούριο καλό βιβλίο. [§] Ή κάτι τέτοιο: ενώ μας πήρε ο ύπνος στον καναπέ βλέποντας μια ταινία, θυμηθήκαμε πως αφήσαμε κάποιες δουλειές στη μέση (εγώ αυτό το Ημερολόγιο, η Κίκα κάτι άλλο) και πεταχτήκαμε επάνω. Μετά από λίγο, κι ενώ εγώ είχα καθίσει μπροστά στον υπολογιστή, ο Αρσέν ξύπνησε, σηκώθηκε και άρχισε να γαβγίζει, διακριτικά στην αρχή, πιο έντονα μετά. Γύρισα, τον κοίταξα, απόρησα, και τότε είδα από πίσω του, έξω από την κλειστή μπαλκονόπορτα, το γατί μας, που είχε βγει στο μπαλκόνι από την κρεβατοκάμαρα, και τώρα ζητούσε να μπει μέσα από το σαλόνι. Ο Αρσέν μού έλεγε να της ανοίξω, γιατί εκείνη όλο μπερδεύεται και χτυπάει το τζάμι το σαλονιού, γιατί δεν ξέρει να πάει πάλι πίσω και να ξαναμπεί στο σπότι από την κρεβατοκάμαρα. Του είπα ευχαριστώ, της άνοιξα, μπήκε μέσα, εκείνος πήγε και της μύρισε τη μύτη και το στόμα, και ξαναξάπλωσε στο μαξιλάρι του. Εκείνη έπιασε να παίζει με κάτι, μια στάλα συνοφρυωμένη. Κοιταχτήκαμε με την Κίκα, κι εκείνη τη στιγμή δέκα, εκατό, χίλια, ένα εκατομμύριο ευρώ παραπάνω στην τσέπη μας δεν θα μας έκαναν ούτε μια στάλα πιο ευτυχείς.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015 Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά