Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Βέβαια, όλο αυτό είναι κάτι που γέννησε ο νους μου. Δεν είναι αλήθεια. Αλλά παρατηρώ τον τελευταίο καιρό (πότε να άρχισε;) πως οι ζητιάνοι εδώ στην πόλη —δεν ξέρω για αλλού— έχουν αλλάξει: σήμερα είδα αυτή τη γυναίκα-νάνο, μάλλον γύρω στα πενήντα με εξήντα, με τα χρυσά ή μπακιρένια δόντια, τα μικροσκοπικά χέρια που κρατούσαν ένα τσιγάρο και τα ποδαράκια που σου φαινόταν πως δεν την κρατούσαν καλά· ωστόσο περπατούσε εντέλει, με ένα χοροπηδηχτό βήμα, σαν της μαριονέτας, μέχρι που χάθηκε· χθες και προχθές έπεσα επάνω σ’ αυτό τον άντρα της απροσδιόριστης ηλικίας που δεν έχει καθόλου πόδια και προχωρά ταχύτατα με δυο πατερίτσες φτιαγμένες από αλλοπρόσαλλα υλικά: ένα σώμα, ένα κεφάλι, δυο χέρια — δεν μοιάζει να έχει χάσει σε ατύχημα ή στον πόλεμο τα πόδια του ή να γεννήθηκε έτσι, μοιάζει κομμένος στη μέση, σαν από μπαλτά· έπειτα είναι αυτοί οι ημίγυμνοι άντρες (συνήθως διπλώνουν τη φανέλα τους πάνω από την κοιλιά ώς το στήθος), λιπόσαρκοι, με τα πλευρά τους να ξεχωρίζουν, ξεδοντιασμένοι, αξύριστοι πολλές ημέρες, με μάτια να γυαλίζουν, που σέρνουν μπόγους παραγεμισμένους άγνωστο με τι· είναι ακόμη τα χωλά παιδιά, εκείνο που μοιάζει με αράχνη —αν και, με έναν περίεργο τρόπο, καλοντυμένο και καλοχτενισμένο—, με τα στρεβλωμένα άκρα, που αποστρέφεις το βλέμμα φοβισμένος αν τύχει και το κοιτάξεις να βαδίζει, και το άλλο με τους διαλυμένους ταρσούς και τα γυρισμένα τα μέσα έξω σφυρά, ή το παχύσαρκο κορίτσι με τους υπερμεγέθεις μηρούς που το τσουλάει ένας μελαχρινόςάντρας με πολύ αραιά ξανθά μαλλιά και πληγές στο κρανίο, ίσως ο πατέρας του, ίσως ένας θείος, πάνω σε ένα παλιό καρότσι του σουπερμάρκετ, ειδικά διαμορφωμένο για να μεταφέρει παιδιά με τέτοια απρόβλεπτα παθήματα· και οι πολλοί γέροι, βέβαια, με τα γεμάτα ουλές πρόσωπα, όπου χάνονται τα μάτια, οι μύτες, και όλα τα χαρακτηριστικά, μέσα στις ρυτίδες και τις παλιές πληγές που μοιάζουν φτιαγμένες με σαδισμό αυτόχειρα — οι ζητιάνοι έχουν αλλάξει, και μοιάζει να περιμένουν, δεν ξέρω τι. Δεν ξέρω ούτε από πού ήρθαν. Είναι λες και ένας περιοδεύων θίασος παραδοξοτήτων να φαλίρισε και να άδειασε εδώ τις ατραξιόν του. Δεν ξέρω, δεν ξέρω. [§] Βέβαια, όλο αυτό, αυτό το συμπέρασμα εννοώ, που δεν είναι καν συμπέρασμα, είναι κάτι που γέννησε ο νους μου. Δεν είναι αλήθεια. Δεν ξέρω την αλήθεια γύρω από τους καινούριους ζητιάνους της πόλης. Άλλωστε, δεν ζητιανεύουν καν.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά