Παρασκευή, 04 Σεπτεμβρίου 2015

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Ξυπνάς με μια αγκαλιά, πας με τα μάτια κλειστά το σκύλο σου βόλτα, μιλάς με τον Αλβανό περιπτερά που όλο πετάει κι από μια θεοτικιά κουβέντα, χαζεύεις τις αθλητικές, ανεβαίνεις με το ασανσέρ για δισχιλιοστή φορά και για δισχιλιοστή φορά βλαστημάς από μέσα σου που πάλι δεν έχεις μαρκαδόρο για να μουτζουρώσεις εκείνο το σύνθημα, η πρώτη γουλιά του καφέ είναι ηδονική και σου καίει τη γλώσσα, έχει ζέστη, κάποιος πέθανε πάλι, ω Θε μου, ω Θε μου, έξω έχει βγάλει ξαφνικά μια δροσιά, ένα ελικόπτερο πετάει με θόρυβο (ωραίο θόρυβο) και το κοιτάς μαζί με τα θυμωμένα χελιδόνια, κάτι γαργαλάει το πόδι σου, ταΐζεις τη γάτα σου (αυτή σε γαργαλούσε: τα μουστάκια της), ένα μπολ με δημητριακά έρχεται απαλά στο γραφείο μπροστά σου, το τρως, απαντάς στα μηνύματα και στα μέιλ φροντίζοντας να μην ξανακάνεις λάθος στα ονόματα και στις προσφωνήσεις, γελάς μ’ αυτή την απίθανη φωτογραφία που βλέπεις στην οθόνη, και συγκρατείσαι, όλο συγκρατείσαι να μη βρίσεις, να μην απειλήσεις, να μην δείξεις αυτό το πρόσωπο που κυρίως έχεις, που κυρίως είσαι (έχεις ασκηθεί πια σ’ αυτό), ανοίγεις το φάκελο με τη δουλειά, δουλεύεις, κάνεις διάλειμμα μετά από λίγο και τότε πεθαίνει ακριβώς κι άλλος, ακόμη ένας, και μένεις με τα δάχτυλα γαμψά και χαλαρά πάνω από το πληκτρολόγιο, και δεν τα κατεβάζεις, τ’ αφήνεις εκεί, παγωμένα, κι έπειτα τα χέρια σου χαλαρώνουν, και δεν έχεις μιλήσει, και ξαναπάς το σκύλο σου βόλτα, περνάς από το καφέ της γωνίας και πίνεις ένα νερό, κάνεις ένα τσιγάρο, λες τα καθέκαστα, νιώθεις και μια στάλα παράταιρος με την αθλητική βερμούδα, φεύγεις, ανεβοκατεβαίνεις με το ασανσέρ για δισχιλιοστή φορά και για δισχιλιοστή φορά βλαστημάς από μέσα σου για το μαρκαδόρο, κάνεις δεύτερο καφέ, η πρώτη γουλιά είναι ηδονική και σου καίει τη γλώσσα, πλένεις το κρέας που είχες βάλει στο ψυγείο να ξεπαγώσει από χθες, ψιλοκόβεις τα κρεμμύδια και τα τσιγαρίζεις, σοτάρεις το κρέας, ανάβεις τσιγάρο, τα μάτια σου δακρύζουν από τα κρεμμύδια και από τον καπνό, χτυπάει το θυροτηλέφωνο, κατεβαίνεις ν’ ανοίξεις στον κούριερ, βλαστημάς για το μαρκαδόρο, βλέπεις το καινούριο βιβλίο που έφτασε και κατανεύεις, χαίρεσαι, ρίχνεις τη σάλτσα και τα μυρωδικά, ανακατεύεις, χαμηλώνεις τη φωτιά, απαντάς στα καινούρια μηνύματα και στα μέιλ φροντίζοντας να μην ξανακάνεις λάθος στα ονόματα και στις προσφωνήσεις, γράφεις μια ανοησία, παρακολουθείς την πορεία της, κι ώς τότε έχει πεθάνει κι άλλος, ή και άλλοι πολλοί, και μένεις με τα δάχτυλα γαμψά και χαλαρά πάνω από το πληκτρολόγιο, και δεν τα κατεβάζεις, και σηκώνεσαι τότε, και ξαπλώνεις στον καναπέ, και διαβάζεις το χτεσινό σου βιβλίο, και κλείνεις τα μάτια, και από έξω ακούγεται η μπουρού ενός πλοίου φορτωμένου κοντέινερ, και χαμογελάς ανεπαίσθητα, και σηκώνεσαι, κλείνεις το μάτι στην κουζίνα, κάνεις τρίτο καφέ, η πρώτη γουλιά είναι ηδονική και σου καίει τη γλώσσα, διαβάζεις με δυσκολία απαιτητικά αγγλικά κείμενα και βλαστημάς στις άγνωστές σου λέξεις, πάνω από τις μισές, και πιάνεις πάλι τη δουλειά, και ξαναπάς το σκύλο σου βόλτα, και βλαστημάς για το μαρκαδόρο, και επιστρέφεις την ταινία που είδατε χθες και νοικιάζεις άλλη, και αγοράζεις φιλτράκια από φόβο μην ξαναξεμείνεις, και έρχεται από τη δουλειά, κάθεστε στο γραφείο, κι ώς τότε έχει πεθάνει κι άλλος, ή και άλλοι πολλοί, και κλείνεις τη δουλειά, βλέπετε την ταινία που νοίκιασες, ετοιμάζεις γιαούρτι με κάτι μέσα, βρόμη και τέτοια, πλένεις ροδάκινα και νεκταρίνια, κλείνετε την τηλεόραση και το βίντεο, πηγαίνετε για ύπνο, διαβάζετε τα βιβλία σας, αγκαλιάζεστε, κι ώς τότε έχουν πεθάνει κι άλλοι, κι άλλοι πολλοί, πολλοί, όλοι, και είναι όλα αυτά πράγματα που κάνει κανείς μέσα στη μέρα του.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά