Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

Γράφτηκε από τον 

Ενώ αγωνιούμε για το αν θα μας ξημερώσει το ’16 με ένα από τα δύο βασικά νομίσματα του πλανήτη ή με κάτι υποσχετικές μονάδες σε κάποιον παράλληλο λογαριασμό, ο Αλί στέκεται στην ουρά για να πλυθεί. Κρατάει κι ένα άδειο πλαστικό μπουκάλι στην τσέπη, το πασπατεύει· σκοπεύει να το γεμίσει κι αυτό. Έχει να κάνει μπάνιο πέντε μέρες. Τρώει ό,τι του δίνουν, χωρίς να ρωτάει αν έχει μαγειρευτεί χοιρινό εκεί μέσα. Λογικά, δεν είναι αμαρτία, και δεν είναι ώρα τώρα για να αηδιάζει. Ο ήλιος καίει, και οι σκιές είναι κοντές: μεσημέρι. Η θάλασσα ακούγεται δελεαστική πέρα δεξιά, αλλά δεν τη χωνεύει, σχεδόν τη μισεί. Πώς γίνεται να μισείς ένα στοιχείο της γης; Νά που γίνεται. Δέκα δικοί του ακόμη, αν μετράει καλά. Τα γυαλιά του είναι ραγισμένα, και για την ακρίβεια δεν είναι καν τα δικά του γυαλιά· τα βρήκε εντελώς τυχαία, στη βάρκα. Δεν ρώτησε ποιου ήταν· ούτε όμως τα ζήτησε κάποιος όταν τα πρωτοφόρεσε. Και ούτε θέλει να το σκέφτεται άλλο. Πέντε ακόμη. Οι σκιές μάκρυναν ένα μέτρο περίπου. Κοντεύει δωδεκάμισι. Καθαρίζει τα ξένα γυαλιά με μια άκρη του πουκαμίσου του, ακούγοντας περισσότερο με τα δάχτυλα το φακό να τρίζει. Ένας ακόμη. Η σειρά του τώρα. Βγάζει το πουκάμισο. Πλένεται. Το φορά πάλι χωρίς να σκουπιστεί. Πάει να φύγει. Θυμάται ξαφνικά το μπουκάλι, ζητά συγγνώμη από τον επόμενο στη σειρά, τον σπρώχνει λίγο στην άκρη και το γεμίζει. Φεύγει ικανοποιημένος. [§] ΕΚΔΟΧΕΣ: [§] Πίνει το νερό το βράδυ, δακρυσμένος, αναθυμούμενος έναν παλιό του έρωτα. [§] Το νερό τού χύνεται, σε έναν καβγά. [§] Ποτίζει ένα σκύλο που ήταν δεμένος στον ήλιο. [§] Του το ζητά ένας άλλος μετανάστης, που μοιάζει άρρωστος, και του το δίνει. [§] Το προσφέρει σε έναν ντόπιο, που διψάει. [§] Κάτι άλλο, οτιδήποτε. [§] Αν βρίσκετε πολύ γλυκερές όλες αυτές τις εκδοχές, μπορείτε να ξεχάσετε ολωσδιόλου το μπουκαλάκι με το νερό. Μπορείτε επίσης να ξεχάσετε τα σπασμένα ξένα γυαλιά. Μπορείτε να ξεχάσετε και την ουρά στη βρύση. Μπορείτε να ξεχάσετε και το χοιρινό, βέβαια. Αλλά εκείνος, ο Αλή, ο ιερός Αλή, θα βρίσκεται εκεί, όσο εμείς περιμένουμε να μάθουμε τι μας μέλλει, αν θα συνεχίσουμε να τον υποδεχόμαστε, ή αν…

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015 Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά