Πέμπτη, 06 Αυγούστου 2015

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2015

Γράφτηκε από τον 

Ένας φίλος ξεκινά ένα εκδοτικό με έδρα τη Θεσσαλονίκη, εξειδικευμένο (όπως πρέπει δηλαδή, στο χώρο μας τίποτε άλλο δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αντέξει — ούτε τα παλιά μαγαζιά, εκτός από τέσσερα με πέντε μάξιμουμ: από τα εκατοντάδες υπόλοιπα, μόνο τα μικρά και ευέλικτα, με στοχευμένο κοινό, θα έχουν ελπίδες), δεν ξέρω με τι πόρους ή, κυρίως, με τι διάθεση. Αλλά με έκανε και καταχάρηκα, ειδικά όταν είδα τους πρώτους τίτλους που έχει βάλει κάτω. Ποιος ξέρει πόσα άλλα τέτοια ετοιμάζονται σ’ αυτή την έρμη χώρα. (Και, βέβαια, ποιος να ξέρει ακριβώς γιατί). [§] Κάπου δέκα από τους πιο αξιόλογους ανθρώπους που ξέρω, παρέα με τους εξήντα παλιούς, ετοιμάζουν από τώρα τις νέες εκπομπές τους για τον Αμάγκι, που ξεκινά τον Σεπτέμβριο την τέταρτη, κιόλας, χρονιά του: το κάνουν με τόση θέρμη που με καταπλήσσει, εγώ πια δεν την έχω. Άλλοι από αυτούς έχουν ξανακάνει ραδιόφωνο και το ξέρουν καλά, άλλοι είναι πολύ γνωστοί από αλλού. Είναι πολύ πέρα από συγκινητικό όλο αυτό· όπως λένε τα πιτσιρίκια, «με ξεπερνά» — αυτή η χρονιά θα αφήσει και ωραία σημάδια επάνω μας. [§] Άλλος πάλι φίλος, που έφυγε προ ολίγων ημερών και εγκαταστάθηκε στην Ουάσιγκτον, θα μας στέλνει ανταποκρίσεις από κει, κι αυτό κάνει την κοιλιά μου όλη και το στομάχι μου να μουδιάζουν. Σκεφτόμαστε κι εμείς, όλο, στο σπίτι ξένες μεγάλες, ιστορικές πόλεις που θα επισκεφτούμε όταν… όταν θα φτάσει ο καιρός. Τώρα, που δεν γίνεται, χαιρόμαστε απλώς να το κάνουμε: να σχεδιάζουμε αυτά τα ταξίδια. Κι ας μη γίνεται να τα κάνουμε — δεν πειράζει απολύτως, ξέρεις. Λιγάκι, αν το δεις κάπως, είναι σαν να έχουμε αρχίσει να ετοιμάζουμε τις βαλίτσες μας. είμαστε καλά. Και φυσικά θα τα κάνουμε τα ταξίδια. [§] Έκανε μπουρίνι εδώ στη Θεσσαλονίκη, ξέπλυνε τα πάντα, η θάλασσα πήρε αυτό το γκριζοκαφέ χρώμα της αντάρας που παίρνει από την αρχή, κι έδειχνε να φεύγει προς το λιμάνι, και παραπέρα — ποιος ξέρει για πού. Τα κοιτούσαμε, όλοι, ανταριασμένοι. Ήταν ξαφνικό, κράτησε πολύ, είχε δύναμη, ξεπερνούσε με άνεση όλους μας τους φόβους. [§] Τίποτε, τίποτε δεν θα χαθεί, τίποτε δεν θα πάει χαμένο. Αν μη τι άλλο, στο λογαριασμό τού τέλους θα έχουμε ισορροπία: όποιος κι αν νίκησε, όταν κλείσει η σκακιέρα τα μαύρα και τα άσπρα κομμάτια είναι ισοδύναμα. Κάπως έτσι πάει, κάπως έτσι θα πάει και με μας.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015 Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά