Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Η νίκη. Κανείς μπορεί πλέον να κάνει ανάληψη 420 ευρώ εβδομαδιαίως, μαθαίνουμε, οποιαδήποτε ημέρα μεταξύ Δευτέρας και Παρασκευής. Και όταν λέμε να κάνει ανάληψη 420 ευρώ, εννοούμε να τα σηκώσει όλα μαζί, και τα 420, όχι εξήντα-εξήντα όπως ίσχυε μέχρι πρότινος. Μεγάλη υπόθεση. Μία τρανή, στ’ αλήθεια, κατάκτηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, της ελληνικής οικονομίας, κάτω από τη στιβαρή καθοδήγηση της εθνοσωτηρίου κυβερνήσεώς μας. Κόντρα σε κάθε προγνωστικό, αντιμέτωπη με την κακογλωσσιά και την καταλαλιά του κόσμου, η εθνοσωτήριος παλεύει, πέφτει, σηκώνεται — και συνεχίζει τη μάχη. Για το Λαό. Για την Πατρίδα. Για τη σημαία. [§] Η ήττα. Σε άλλα νέα, σύμπασα η κοινή γνώμη φρύαξε από την αποφυλάκιση του φρικτού Παπαγεωργόπουλου, που αντί να σαπίσει ισοβίως στη φυλακή εκμεταλλεύτηκε ένα φρεσκοανοιγμένο παραθυράκι του νόμου, προφασίστηκε —αίσχος!— ανήκεστο βλάβη υγείας, αναπηρία, ψυχική νόσο κλπ. κλπ., και προχωρά (άκουσον, άκουσον!) ελεύθερος στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αυτή την ίδια πόλη που ρήμαξε με τις απατεωνιές του, για να αρχίσει να τρώει τα 15 εκατομμύρια που έκλεψε. Ουαί, ουαί, φωνάζει ο Λαός μας, κρίμα που δεν έχουμε θανατική καταδίκη, έπρεπε να τον είχαν τουφεκίσει, έστω και χωρίς στοιχεία, δεν μας νοιάζουν τα στοιχεία, έπρεπε να τον είχαν τουφεκίσει με αποχρώσες ενδείξεις στο Επταπύργιο, αυτός που του ’ριξαν τα πρώην ισόβια, να δει αυτός. Ευκαιρία λοιπόν: να επανέλθει η θανατική ποινή, γιατί αλλιώς κάτι τέτοιοι βρίσκουν πατήματα και βγαίνουν από τις φυλακές. Τουφέκι. Τουφέκι! [§] Η αλήθεια. Γράφει η Ειρήνη Αγαπιδάκη στο Facebook: [§] Η διάψευση δεν έχει τέλος. Είμαι 36 χρονών. Όλες μου οι σπουδές έγιναν σε Ελληνικά ΑΕΙ. Δουλεύω από μικρή. Ό,τι έχω καταφέρει στη ζωή μου, το χρωστώ στα χέρια μου που συνεχίζουν όταν το μυαλό αδειάζει. «Γνωστούς» δεν είχα ποτέ, μόνο λίγη τύχη, όταν τη χρειάστηκα. Αυτήν και τον κόπο μου. Κι είμαι τυχερή. Δε μπορούσα ποτέ να φανταστώ πόσο θα μου άρεσε, πόσο θα αγαπούσα αυτό που κάνω. [...] Έμεινα εδώ από επιλογή. Πίστευα ότι, παρά τις δυσκολίες, πρέπει, μπορούμε να μείνουμε και να ενισχύσουμε τον τομέα της έρευνας και της εκπαίδευσης. Πόνταρα όλη μου τη δύναμη, τον μόχθο και την παραγωγικότητα στους λίγους ανθρώπους που υπήρχαν ήδη στα Ελληνικά ΑΕΙ και ήταν αυτοί που πάντα έκαναν τη διαφορά. Θεώρησα ότι, σιγά-σιγά, μπορούμε να καταφέρουμε να γίνουμε περισσότεροι από τους λιγότερους. Αισθανόμουν ότι αυτή η χώρα μού έδωσε και ήθελα κι εγώ να δώσω κάτι πίσω. Από προσωπικό συμφέρον. Για να νιώσω «καλά», «πλήρης». Ίσως επειδή η εκπαίδευση έδωσε σε μένα τόσες ευκαιρίες. Από το 2009 μέχρι πριν από λίγους μήνες, διάνυσα την πιο παραγωγική μου περίοδο μέχρι τώρα. Σε κάθε εμπόδιο, πείσμωνα. Μαζί με τους λίγους. Όσα εμπόδια μας έβαζε ο ΕΛΚΕ, τόσες λύσεις βρίσκαμε για να καταφέρουμε να κρατήσουμε τα ερευνητικά προγράμματα σε ορθή τροχιά. Ανοησίες. Ποια ορθή τροχιά; Για την ύπαρξή τους παλεύαμε. Πόσες ιστορίες δεν μοιράστηκα με συναδέλφους που έκαναν ακριβώς το ίδιο. Υπήρχαν (υπάρχουν) Καθηγητές που είχαν μείνει χωρίς αντιδραστήρια επειδή η απαράμιλλη γραφειοκρατία του ΕΛΚΕ δεν έδινε το «πράσινο φως». Έτσι, ερχόταν το deadline για τα παραδοτέα κι ακόμη περίμεναν το «χαρτί» για τα αντιδραστήρια. Ήταν κι άλλοι που αντί να αναζητούν ήδη το επόμενο project και να κάνουν διεθνείς συνεργασίες, ξενυχτούσαν πάνω από τα εξελάκια κι έβρισκαν τους πλέον καινοφανείς τρόπους για να καταφέρουν να κάνουν τη δουλειά τους. Ποιος ΕΛΚΕ, εδώ που τα λέμε… Ληστεία σκέτη τα Υπουργεία Παιδείας. Από πού να το πιάσεις. [...] Κάθε μέρα στη δουλειά με την ψυχή στο στόμα και την αγωνία για το αυτονόητο. Στα συνέδρια και στα meetings να βλέπεις τους άλλους, τους «ξένους» και να λες «πιο γρήγορα, πιο καλά, είμαι ήδη πίσω». Και να είναι αυτό το «πιο γρήγορα και πιο καλά» το μόνο σου κράτημα. Να είναι οι κρίσεις (τα reviews που λένε οι «ξένοι») από τα άρθρα που υποβάλλεις η μόνη αξιολόγηση που έχεις για τη δουλειά σου. Να προσπαθείς να ανταγωνιστείς άλλους, που όλα όσα για σένα είναι ζητούμενα, τα έχουν λυμένα. Και εσύ εκεί, να λες: Είμαστε όλοι Ευρωπαίοι. Στην ίδια αρένα. Στην ίδια γραμμή. Ούτε εκατοστό πιο πίσω. Να κάνεις τον ετεροπροσδιορισμό κομμάτια, χαρτοπόλεμο, και να στέκεσαι όρθιος. Και μετά από όλο αυτό, αφού κατέληξες καταχρεωμένος, καταϊδρωμένος, αλλά ζωντανός, στο ίδιο σκαλοπάτι με τους «άλλους, τους ξένους», να έρχεται η στιγμή, που αυτός που δεν ξέρει πού πέφτει η λέξη «μόχθος» στο λεξικό, να σου τσακίζει τα γόνατα. Κάθε μέρα, όλο και πιο πολύ. Λίγο ακόμη. [...] Κάθε μέρα και πιο χαμηλά, κάθε μέρα και λίγο ακόμη. Να αποδέχεσαι τον εκμαυλισμό σαν κάτι που ήρθε για να μείνει. Το παράλογο, σαν κανονικότητα. Τον σφετερισμό σαν θέσφατο. Και, κάπου εκεί, να πιάνεις τον εαυτό σου να στέκεται με την πλάτη στον τοίχο. Δεν υπάρχει πια άλλη ερώτηση, εκτός από το: «Θα μείνεις ή θα φύγεις;». Όσοι από μας φύγουν, ώρα καλή! Κι όσοι μείνουμε, έχουμε επίγνωση: Πεθάναμε. Μας πέθανες, Αλέξη Τσίπρα. Είναι πολλά τα ονόματα. Θα μας μάθεις έναν-έναν προσωπικά. Στο υπόσχομαι. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αυτόν τον μόχθο δε θα τον αποφύγεις.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015 Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά