Σάββατο, 04 Ιουλίου 2015

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Γεννήθηκα σ’ ένα σπίτι κάπου χωμένο στα Κάστρα της Θεσσαλονίκης, που είχε ένα κοτέτσι με δύο κότες στην αυλή. Την αυλή αυτή τη μοιραζόμασταν πολλές οικογένειες. Οι κότες ανήκαν στην ιδιοκτήτρια του σπιτιού, αλλά μας έδινε κι εμάς από κανένα αυγό. Στα έξι μου, μετακομίσαμε στην Μπότσαρη, όπου και μεγάλωσα. Όλο το Δημοτικό, εκτός από ένα χρόνο, το βγάλαμε σε μαγαζιά, δεν είχαμε σχολείο, ήταν μισογκρεμισμένο. Παίζαμε στο πεζοδρόμιο, και καμιά φορά τις τρώγαμε και με το χάρακα στο πεζοδρόμιο. Γυμνάσιο και Λύκειο πήγα στη Χαριλάου: ποτέ δεν πήρα το λεωφορείο για να πάω ώς εκεί (είναι πέντ’-έξι στάσεις), πάντα εξοικονομούσα το αντίτιμο του εισιτηρίου για να μου μένουν τα λεφτά, και έτρεχα να πάω με τα πόδια. Πρόλαβα το κουδούνι όλες τις φορές. Δεν ψώνισα ποτέ, ποτέ από το κυλικείο. Όχι μόνο εγώ· και άλλοι, πολλοί. Δεν μας περίσσευε χαρτζιλίκι. Είχε τυρόπιτες, εκεί, μπισκότα και κάτι τέτοια. Δεν ψώνισα ποτέ. Και άλλοι, πολλοί. Αδιαφορούσαμε. Με τα λεφτά που εξοικονομούσα από τα δεκαπέντε μου και μετά (εργάζομαι από τα δεκάξι, και έχω κάνει πολλές αγροτικές εργασίες, κυρίως στη συγκομιδή καρπών), αγόραζα τσιγάρα, και πλήρωνα τον καφέ μου στις κοπάνες. Μια φορά μέθυσα και δεν μπορούσα να βρω το σπίτι μου. Διάβαζα από μικρός, ή συνήθως ξαναδιάβαζα, γιατί δεν είχαμε πολλά βιβλία. Δεν μας περίσσευαν τα λεφτά, τρώγαμε κοτόπουλο κάθε δεύτερη Κυριακή. Μοσχαράκι έφαγα όταν ενηλικιώθηκα· δεν μου αρέσει το κόκκινο κρέας. Διάβασα τα εκατό, εκατόν πενήντα το πολύ βιβλία που υπήρχαν και έρχονταν σπίτι από δεκάδες φορές το καθένα. Δεκάδες. Ήθελα κι άλλα, αλλά δεν υπήρχε η δυνατότητα. Ο πατέρας μου, που ήταν εκπαιδευτικός,  δούλευε από μικρός, κάποια χρόνια έκανε τρεις δουλειές, και πάλι τα φέρναμε βόλτα τσίμα-τσίμα. Μια φορά ο μπακάλης απέναντι, επί της οδού Μακεδονίας (ουσιαστικά είχε ένα από τα μαγαζιά που κάποια στιγμή θα τα λέγαμε μινιμάρκετ), του ζήτησε να περάσει τον γιο του στον Ευκλείδη, ο πατέρας μου εξανέστη και τον έβρισε, αλλά τελικά είδε πως ήταν πολύ λεπτό το ζήτημα, το παιδί ήταν λίγο βαρύ, και του άλλαξε καναδυό βαθμούς για να πάρει ένα χαρτί εκεί χάμω και να χαρεί. Την άλλη εβδομάδα ο μπακάλης μάς έφερε δυο μπλε πλαστικές σακούλες γεμάτες-φίσκα: μπισκότα, λουκούμια, Μερέντα, σαλάμι, σοκολάτες, αυτό που ακούτε στην ταινία της Βουγιουκλάκη. Πάθαμε σοκ. Και ακόμη μεγαλύτερο όταν ο μπαμπάς μου δεν τα δέχτηκε. Τελικά, τον πείσαμε… Ήταν καναδυό χρόνια πριν πέσει η χούντα. Στα δεκάξι μου, μαθητής δευτέρας Λυκείου (κέρδιζα χρονιά), πολιτικοποιημένος ήδη στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά και αντισταλινικός μέχρι το κόκαλο, γνώρισα το Κέντρο της Θεσσαλονίκης, όπου σπανίως κατεβαίναμε μέχρι τότε με τους δικούς μου, και έμεινα έκθαμβος. Έτυχε να έρθω σε επαφή, ή τέλος πάντων επιδίωξα και γνώρισα πολλές υποκουλτούρες, όλων των λογιών. Ήταν μία ευτυχισμένη περίοδος. Πέρασα πολλές νύχτες στην παραλία, κοντά στο άγαλμα του Αλεξάνδρου, με υπέροχες παρέες. Μεταξύ άλλων, είμαι υπερήφανος που παρακολούθησα, και εν πολλοίς συμμετείχα, στα πρώτα drag queen show της πόλης μου. Και ευτυχής που ήξερα τι πάει να πει Ουμ Καλσούμ ήδη στα δεκαεφτά μου. Βέβαια, ήταν μια κάπως επικίνδυνη ζωή… Λίγο μετά, κι ενώ επί ένα χρόνο μετά το Λύκειο έκανα διάφορα πράγματα με μια καλλιτεχνική ομάδα που κουτσά-στραβά είχαμε φτιάξει, σε ένα είδος κοινοβίου σε ένα πατάρι της Λώρη Μαργαρίτη, κι ενώ επίσης δούλευα πολύ και σκληρά και επίσης σε δύο και τρεις δουλειές (από διανομή διαφημιστικών μέχρι γκαρσόνι, και από φιγκιράν στο Κρατικό Θέατρο μέχρι χαμάλης στην κρεαταγορά), αποφάσισα να πάω στο Δυτικό Βερολίνο για να σπουδάσω κινηματογράφο υπό τον Φασμπίντερ, που ήταν τότε η μεγάλη μου αγάπη — δίδασκε σε μία σπουδαία σχολή. Πήγα πράγματι, αλλά δεν τα κατάφερα. Πρώτον, πέθανε ο Φασμπίντερ την προηγουμένη που έφτανα εγώ στο Βερολίνο, αν είναι δυνατόν, και δεύτερον επειδή πολύ ισχυροί προσωπικοί λόγοι με τραβούσαν πίσω στην πατρίδα. Στο εξάμηνο που έμεινα εκεί γνώρισα και έμαθα πολλά, με πρώτο-πρώτο το Ανατολικό Βερολίνο και το Τείχος. Τη δυστυχία πίσω και πέρα από τη ζωή της Δύσης. Συγκλονίστηκα. Η σκόνη και η κατήφεια του Ανατολικού Βερολίνου ζουν ακόμη μέσα μου. Γνώρισα όμως και το Μέγαρο Μουσικής του Δυτικού, όπου αγόρασα εισιτήριο για να ακούσω ένα από τα τελευταία ρεσιτάλ του Σεγκόβια: στη γαλαρία ήταν το εισιτήριό μου, αλλά σαν γνήσιο παιδί του γηπέδου πήδηξα τα κάγκελα και βρέθηκα στην πρώτη σειρά, όπου τον έβλεπα και έκλαιγα από την ώρα που έσυρε τα βήματά του στην ορχήστρα μέχρι που υποκλίθηκε και έφυγε. Γνώρισα και τους Πράσινους, που με απογοήτευσαν με την επίδειξη οικολογικής ευαισθησίας που τους χαρακτήριζε, πασπαλισμένης με μια Αριστερή εσάνς που δεν την καταλάβαινα τότε. Έμαθα επίσης να κάνω άψογο σπυρωτό ρύζι, στο σπίτι όπου έγινε το γλέντι ενός γάμου: ένας Πέρσης μάγειρας παντρεύτηκε μια Δυτικοευρωπαία, με Γερμανούς και Ιταλούς κουμπάρους, ενώ στο σαλόνι ήμασταν άνθρωποι από όλες τις ηπείρους, από κάθε φυλή του Ισραήλ. Ήμουν με ένα γέλιο από δω μέχρι εκεί. Δεν ήξερα έως εκείνη την ωραία βραδιά τι μπορεί να σημαίνει «γεφύρωμα πολιτισμών», για να το πω έτσι. Έβγαζα τα προς το ζην (και εννοώ εδώ το φαγητό απλώς) κλέβοντας κρέας από τα σουπερμάρκετ. Με κατάλαβαν δύο από τις πολλές φορές, με συνέλαβαν τη μία. (Στην πρώτη περίπτωση πήδηξα πάνω από μία ταμία για να ξεφύγω. Υπήρξα αθλητής στίβου τού ΑΡΕΩΣ, στο σχολείο, και ήμουν δυνατό παιδί. Στη δεύτερη, έμεινα μία ημέρα στο κρατητήριο). Με τα πολλά, κι αφού τον τελευταίο μου μήνα εκεί έμενα σε κατειλημμένο σπίτι, επέστρεψα εκών-άκων στην Ελλάδα. Γέννησα πολύ μικρός, μόλις στα είκοσί μου, και με τη μαμά της Αστάρτης κάναμε πάλι από όσες δουλειές μπορούσαμε για να τα βγάλουμε πέρα. Κυριότερη —γιατί οι διορθώσεις που έκανα στις ΑΣΕ και στον «Παρατηρητή» δεν έφταναν βέβαια— ήταν τα γλυκά: φτιάχναμε ένα ταψί ρεβανί κι ένα ταψί ροξ και τα πουλούσαμε στη Φοιτητική Λέσχη, με μια χαρτοπετσέτα. Πάντα, βέβαια, οι πιτσαρίες έδιναν μεροκάματο· ακόμα δίνουν. Έκανα και ό,τι άλλο βρισκόταν. Είχαμε μία ξυλόσομπα, και κάθε βράδυ το χειμώνα αμολιόμουν με ένα τσουβάλι και μάζευα ξύλα. Τις δύσκολες μέρες, διένυα δέκα χιλιόμετρα πήγαιν’-έλα για να επιστρέψω με γεμάτο τσουβάλι. Και στο μεταξύ πουλούσα και διέδιδα το Αμφί: δεν μπορείτε να φανταστείτε τι περνούσαν τότε οι γκέι στην Ελλάδα, αλλά και οι γυναίκες — κι ας είναι όλα αυτά μόλις χθες. Ήμουν απίστευτα pride εκείνη την εποχή. Κάποια στιγμή, πήγα και δούλεψα σερβιτόρος στη Λέσβο, 5 μήνες χωρίς ρεπό. Μάζεψα λεφτά και πήγα στην Αθήνα. Έκανα κι εκεί πολλές δουλειές, συνεπαρμένος από τις δυνατότητες και την ευρυχωρία της πρωτεύουσας. Κατέβηκαν και τα κορίτσια την επόμενη χρονιά, κι ας ήταν δύσκολοι οι καιροί — αλλά τα προσωπικά μου δεν έχουν σχέση. Ναι, ήταν δύσκολοι καιροί. Ένα εξάμηνο το ’βγαλα τρώγοντας ελάχιστα, ήμουν εβδομήντα κιλά με ύψος 1,87. Έτρωγα μπισκότα και λαδωμένες πίτες με πατάτες από το σουβλατζίδικο: παιδικές, ή ορφανές. Βρήκα μόνιμη δουλειά το ’86 σε ένα εκδοτικό, και σταμάτησα όσες άλλες δεν είχαν σχέση με τα βιβλία. Δούλευα δώδεκα ώρες την ημέρα. Λάτρεψα το Βήμα και την Καθημερινή, και συζητούσαμε και τσακωνόμασταν όλη μέρα για την Ελευθεροτυπία. Αποφάσισα να εκδώσω ένα βιβλίο με διηγήματα, το ’87. Συνέχισα να γράφω, και όποτε τελείωνα καινούριο βιβλίο νοίκιαζα γραφομηχανή από τη Φειδίου για να το δακτυλογραφήσω: έπρεπε να είμαι γρήγορος, γιατί μία ημέρα επιπλέον νοίκι της γραφομηχανής μπορούσε να σου στερήσει, απλούστατα, το φαγητό. Το ’89, κι αφού πρώτα συνεργάστηκα με δεκάδες εκδοτικούς οίκους, κατέληξα στον «Gutenberg», όπου έκατσα 21 χρόνια. Κατέληξα να βγάζω, εργαζόμενος όμως χωρίς διακοπές και όλα τα Σαββατοκύριακα, τεράστια ποσά. Τεράστια: για ένα παιδί, τουλάχιστον, από τη Χαριλάου, τεράστια. Αλλά τα πρώτα δέκα χρόνια πέθανα. Σακατεύτηκα. (Όμως, κρίνοντας από τα βιβλία που βγάλαμε, άξιζε τον κόπο: ο κόσμος αλλάζει με τους πολέμους, αλλά κανείς γεννιέται μόνο μέσα από ένα ράφι βιβλία, όχι σε ένα πεδίο μάχης). Είχα την τύχη να εκδώσω και αρκετά δικά μου πράγματα, συνολικά καμιά εικοσαριά βιβλία, μυθιστορήματα ως επί το πολύ, που δεν απασχόλησαν την κριτική. Ας είναι. Στην Αθήνα, ενεπλάκην με μία αναρχική ομάδα επί αρκετά χρόνια. Ήταν πολλά καλά παιδιά εκεί, και αρκετά ήταν εγγράμματα, αλλά πάντα, στο τέλος, νικούσε η βία. Κι αυτό εγώ δεν το δεχόμουν. Συγκρουστήκαμε κάποιες φορές, και το πράγμα έληξε εκεί. Άλλωστε, αν δεν τους ήθελα μια φορά εγώ, δεν με ήθελαν δέκα εκείνοι: ήμουν ήδη οπαδός του Μάνου, μολονότι τον εγκατέλειψα προς στιγμήν όταν συνεργάστηκε με τη Νέα Δημοκρατία. Θα τον ξαναέβρισκα όταν πήγε στο ΠΑΣΟΚ, του οποίου (του ΠΑΣΟΚ εννοώ) υπήρξα από την αρχή σφοδρός αντίπαλος. Καιρός φέρνει τα λάχανα… Το ’06 ανεβοκατέβαινα με το τρένο στη Θεσσαλονίκη για τον Μπουτάρη, στον αγώνα για την πόλη — μεγάλη απογοήτευση η ήττα μας τότε. Και μέγα λάθος. Τέλος πάντων. Πριν από εφτά χρόνια, πάλι για προσωπικούς λόγους, τα άφησα όλα αυτά —αλίμονο, και τον υψηλό μισθό— και γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Εργάζομαι πλέον με το κομμάτι. Το 2012, όλοι οι άνθρωποι του βιβλίου συναποφασίσαμε να μειωθούν κατά 1/3 οι αποδοχές μας, για να ζήσει η αγορά. Και συνεχίσαμε. Ασχολήθηκα δύο χρόνια με το ραδιόφωνο, και πριν από τρία χρόνια φτιάξαμε με τη Μαρία Τσάκος τον Αμάγκι, που γεννήθηκε μεν σαν μετεξέλιξη μιας εκπομπής σε ένα μικρό ράδιο της Θεσσαλονίκης, αλλά γρήγορα έγινε ένας τεράστιος οργανισμός που μας ξεπέρασε όλους: ένα σημείο αναφοράς γι’ αυτό που λέμε, μεταξύ αλλων, «leftliberal» Κέντρο, φιλοευρωπαϊκό Κέντρο, ή όπως θες πες το. Ήδη από την πρώτη ημέρα των Αγανακτισμένων ούρλιαζα εναντίον τους από το μικρόφωνο και δημοσίευα απανωτά άρθρα σε όσα μέσα συνεργαζόμουν, εφημερίδες, περιοδικά, σάιτ. Παράτησα οτιδήποτε άλλο (πλην της δουλειάς μου, όσην έχω πλέον) και δόθηκα σ’ αυτό: γιατί φοβόμουν και γιατί έτρεμα. Εννοείται: έχασα. Και βίωσα πολλή, πολλή μοναξιά. [§] Σας φαίνεται ενδιαφέρουσα ζωή, και είναι. Παρακαλώ όμως: οι στερήσεις που βίωσα εγώ —που είμαι και ασυνήθιστα δυνατός άνθρωπος—, ασφαλώς μεν δεν πρέπει να τις ζήσει κανείς κάτοικος αυτής της πλούσιας χώρας, της Ελλάδας, γιατί το να μην έχεις να φας ή να κοιμάσαι χωρίς θέρμανση και να μην μπορείς να ονειρευτείς δεν είναι ενδιαφέρον, αλλά —αλλά: τα όσα λίγα έτυχε να ζήσω εγώ δεν είναι τίποτε μπροστά σ’ αυτό που έρχεται. Εγώ έζησα μποέμικα. Με το γαμημένο ΟΧΙ, και εφόσον επικρατήσουν οι άφρονες σκοταδιστές και δεν τους πετάξει γρήγορα η Ιστορία στο περιθώριο (εννοώ: σε μερικές μέρες), για να τους αντικαταστήσει μία μεταβατική κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας,  θα υπάρξουν πολλοί νεκροί, πολλή φρίκη, πολύς πόνος, και η χώρα θα βουλιάξει στον εφιάλτη. Και το κρίμα στο λαιμό μας. [§] Εγώ, ο Κυριάκος, λέω μια ζωή ΝΑΙ. Θα το πω και σήμερα Κυριακή. Και θα το λέω μέχρι να πεθάνω.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015 Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά