Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Γράφτηκε από τον 

[ Μια κουβέντα που κάναμε στο Inbox στις 11 το βράδυ, για περίπου μισή ώρα, με τη Ρούλα Γεωργακοπούλου, με αφορμή τη μετάφρασή της του μυθιστορήματος του Patrick Modiano Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά (Εκδόσεις Πόλις) ].

 

— Διάβασα το επιλογικό σου σημείωμα, «Η γλώσσα του τραύματος», όπου επιχειρείς μία ανάγνωση του βιβλίου, αλλά μιλάς και για τη δυσκολία, ή τις δυσκολίες, της μετάφρασης. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία, πώς τη βίωσες;

Ρ.Γ.: Για μένα ήταν μια εμπειρία εξαιρετική και πολύ διδακτική. Υποχρεώθηκα να βουτήξω στα βαθιά και των δύο γλωσσών, να κατανοήσω τη γαλλική και να επιτρέψω στην ελληνική να αναδυθεί χωρίς σκόντα και βαρβαρισμούς. Ελπίζω να το πέτυχα. Αυτό μου έδωσε μια καινούργια γνώση που ποτέ δεν είχα φανταστεί. Ότι η μετάφραση ενός σημαντικού κειμένου είναι εντέλει πράξη συμφιλιωτική, πράξη αγάπης, αν δεν φοβάσαι τον όρο, μεταξύ δύο πολιτισμών. Φυσικά πάνω απ’ όλα ήταν η «συνάντησή μου» με τον Μοντιανό. Έναν συγγραφέα που χρόνια τώρα αγαπούσα κρυφά, καθότι η γαλλική πεζογραφία δεν έχει και κάνα τεράστιο αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα.

— Πόσο καιρό σού πήρε; Και σε απασχολούσε, να υποθέσω, όλη μέρα, κάθε μέρα;

Ρ.Γ.: Δούλευα καθημερινά για κάτι λιγότερο από έξι μήνες. Η ελληνική γλώσσα είναι μεγάλη ντίβα. Δεν σου φανερώνεται με το πρώτο. Ορισμένα πράγματα με έβρισκαν στα πιο ακατάλληλα μέρη. Στο κομμωτήριο, επί παραδείγματι, ή την ώρα που πλήρωνα το λογαριασμό στο σουπερμάρκετ.

— Εγώ δεν είχα ξαναδιαβάσει Μοντιανό. Και σκοπεύω να αναπληρώσω τα κενά μου. Εσύ τον ήξερες, όπως λες, από χρόνια. Πραγματικά, δεν ξέρω πόσοι ήσαστε στην Ελλάδα. Το Νόμπελ το περίμενες; Νομίζω δεν είχε συζητηθεί το όνομά του πιο πριν. Όλοι λέγαμε για Ροθ, για Μουρακάμι…

Ρ.Γ.: Έχω βαρεθεί με τον Ροθ και τον Μουρακάμι, παρόλο που λατρεύω τον πρώτο και αποστρέφομαι τον δεύτερο. Ναι, το περίμενα να πάρει ο Μοντιανό το Νόμπελ, όπως περιμένω όλα τα καλά και δίκαια πράγματα. Ορισμένα, όπως αυτό, καμιά φορά έρχονται ίσως για να απαλύνουν χασούρες από άλλα μέτωπα… Το κακό ήταν ότι, μέχρι να αρχίσω να μεταφράζω το Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά, διάβαζα τα βιβλία του απευθείας από το γαλλικό. Έτσι, το σοκ της άλλης γλώσσας ήταν μεγάλο. Πολύ παράξενο να λειτουργεί η μητρική σου σαν δεύτερη γλώσσα που πρέπει να την ανακαλύψεις ξανά και να την αφήσεις να ανθοφορήσει. Μαγικό.

— Να μείνω λίγο στις «χασούρες». Αυτοί οι έξι μήνες ήταν μάλλον «ιστορικοί» για την Ελλάδα. Αλλαγή πολιτικού σκηνικού, πρώτη φορά κυβέρνηση της Αριστεράς, διαρκείς αμφιβολίες όλων μας για την επόμενη μέρα, χίλια δυο. Η μετάφραση σε βοήθησε καθόλου να τα αποφεύγεις όλα αυτά; Ή ίσως τα μεγέθυνε κιόλας;

Ρ.Γ.: Με έσωσε, πες καλύτερα. Αρπάχτηκα απ’ αυτό το μαγικό κείμενο σαν τον ναυαγό από το σωσίβιο. Κάθε λεπτό ευγνωμονούσα την τύχη μου και αυτούς που μου πρότειναν τη συνεργασία.

— Για μας ήταν σίγουρα μια ευτυχής συγκυρία. Αλλά είναι ένα σαφώς δύσκολο κείμενο για τον μεταφραστή, μπορεί να σε πάρει από κάτω αν εμπλακείς συναισθηματικά. Το λέω και υπό την έννοια αυτής της πικρίας που βγάζει. Για το παρελθόν, τις χαμένες μνήμες, την ανακάλυψη του εαυτού… Καμιά φορά όλα αυτά είναι ζόρικα πράγματα, ή και επικίνδυνα.

Ρ.Γ.: Μα το κάνει τόσο μαστόρικα. Πίσω απ’ αυτές τις απλές ιστορίες μνήμης και απωθήσεων που μοιάζουν προσωπικές, κρύβεται, νομίζω, όλη η ευρωπαϊκή ενοχή για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και μάλιστα με υποκείμενο ένα πιτσιρίκι, όπως ήταν αυτός εκείνα τα χρόνια. Άλλος στη θέση του θα είχε γράψει κανένα ογκώδες έπος. Αυτό είναι το καταπληκτικό με τον Μοντιανό. Την ώρα που τον διαβάζεις, νομίζεις ότι είναι ψίθυρος. Μετά ο ήχος πολλαπλασιάζεται, σαν από μεγάφωνο, και σ’ ακολουθεί παντού, χωρίς να θυμάσαι πώς τρύπωσαν μέσα σου όλα αυτά τα θαυμάσια πράγματα.

— Ναι, έχεις δίκιο. Το βλέπω κι εγώ τώρα, στον εαυτό μου. Το σκέφτομαι συνέχεια και θέλω και να το ξαναδιαβάσω, να βρω κι άλλα μυστικά, να ακούσω κι άλλους ψιθύρους, όπως λες. Νομίζω όμως πως ο Μοντιανό μιλάει και για κάτι άλλο εδώ, όχι μόνο για τη μνήμη και την ενοχή. Μιλάει παράλληλα και για την ίδια την πράξη της συγγραφής, για τη δημιουργία. Που μπορεί να ξεκινήσει από κάτι λίγο («Σχεδόν ένα τίποτα. Σαν τσίμπημα εντόμου που στην αρχή σάς φαίνεται ανεπαίσθητο», όπως λέει στην αρχή) και να καταλήξει στη δημιουργία ενός βιβλίου, ενός «μικρού κόσμου». Έχω την εντύπωση πως μιλά πολύ και για τον εαυτό του ως συγγραφέα, ως δημιουργό. Μπορεί να κάνω και λάθος. Και συγγνώμη που μακρηγορώ.

Ρ.Γ.: Καλά, το θέμα της λογοτεχνίας, έτσι όπως το περνάει μέσα στην πλοκή, είναι αριστούργημα. Δύσκολα να το διακρίνει κανείς αν δεν πάσχει από την ίδια αρρώστια. Ο άνθρωπος είναι μέγας κασκαντέρ. Μπορεί να υποδυθεί τα πάντα, γιατί μέσα του υπάρχει καλά χωνεμένος ο ίλιγγος του χρόνου και η «σβησμένη» μηχανή της λογοτεχνίας που για να σε πάει απ’ τον σωστό το δρόμο πρέπει οι ταχύτητες να είναι στο «νεκρό».

— Γράφει κάπου, εκεί όπου μιλά για την ιτιά που βλέπει στην αυλή του διπλανού κτιρίου: «Σε περιόδους κατακλυσμού ή ηθικού μαρασμού, δεν υπάρχει άλλη καταφυγή από το να ψάχνεις ένα σταθερό σημείο για να κρατήσεις την ισορροπία σου και να μην πέσεις στη θάλασσα». Νομίζω ότι συμφωνούμε πως έχει δίκιο, είναι μια παρατήρηση που επέχει θέση σχεδόν αξιώματος. Θέλεις να μου πεις ένα ή περισσότερα τέτοια δικά σου σταθερά σημεία, δεδομένου ότι ζούμε μια τέτοια περίοδο, και μάλιστα έντονη;

Ρ.Γ.: Δεν θα το πιστέψεις, αλλά κι εγώ βρίσκω αναπαμό στα φυτά, κυρίως δε στα δέντρα. Κυκλοφορώ στην Αθήνα και μπορώ να σου πω με σχετική ακρίβεια σε ποια σημεία υπάρχουν μανόλιες κι αν σήμερα ήταν ανθισμένες. Επίσης μ’ αρέσει πολύ να παρακολουθώ τα ζώα. Έρχομαι στα ίσα μου, γιατί μου δείχνουν ότι υπάρχουν και κώδικες σεβασμού μέσα σ’ αυτό το γενικό κοινωνικό ξεχαρβάλωμα που ζούμε τα τελευταία χρόνια… Α, και κάτι ακόμα. Συχνά βρίσκω καταφύγιο στα γλυπτά της πόλης. Αυτές τις μέρες, ας πούμε, ο Ξυλοθραύστης του Φιλιππότη είναι φασκιωμένος από σκαλωσιές και σήτες. Μάλλον τον καθαρίζουν. Μια τέτοια ιστορία μπορεί να με γλιτώσει από την καθημερινή τρέλα, γιατί μου δίνει σταθερότητα και ομορφιά.

— Πολύ τρυφερό αυτό… Δείχνει, τώρα που το θυμήθηκα, και μια έντονη τρυφερότητα κυρίως προς τις γυναίκες ο Μοντιανό, σωστά; Οι σκηνές που περιγράφει εδώ, οι κινήσεις, τα φουστάνια, τα βλέμματα, είναι σχεδόν σαν ντροπαλά χάδια.

Ρ.Γ.: Μα ναι, γιατί είναι τα είδωλα της χαμένης του μητέρας. Ένα οιδιπόδειο που δεν βρήκε το χρόνο να ολοκληρωθεί και να εκπέσει. Ο Μοντιανό και οι ήρωές του δεν θυμούνται τη μητέρα τους. Την έχουν χάσει ή τους έχει παρατήσει η ίδια σε πολύ τρυφερή ηλικία.

— Ναι, όπως και στην ταινία του Λουί Μαλ, που έγραψε το σενάριό της. Δεν τη θυμάμαι καθόλου, την είδα πολύ παλιά, αν και θα ’θελα τώρα να την ξαναδώ. Τον τριγυρίζει συνεχώς το ίδιο θέμα, έχει αυτή την επιμονή στη μνήμη και στον εαυτό σαν παλίμψηστο. Δεν ξέρω αν το λέω καλά. Θέλω να πω ότι εντοπίζεις, μας λέει, τα περασμένα ξύνοντας το σήμερα (που έτσι όμως χάνεται, χάνεται κάθε παλιά επικάλυψη του εαυτού) για να γυρίσεις στο χθες, που είναι πρωτογενές αλλά γεμάτο, πάλι, από ιστορία, και από τον Άλλο, ή την Άλλη. Είναι πολύ ενδιαφέρον όλο αυτό.

Ρ.Γ.: Λυσιέν Λακόμπ. Αριστούργημα ταινία. Εκεί μάλιστα τα λέει πιο καθαρά όλα αυτά, με αφορμή τον πιτσιρικά που από τύχη βρέθηκε με την πλευρά των Γερμανών. Για ένα ποδήλατο, αν θυμάμαι καλά. Όταν έγινε αυτή η γελοία ιστορία με τον Γκίντερ Γκρας, την ξαναθυμήθηκα αυτή την ταινία, αλλά δεν την βρήκα. Τώρα θα ψάξω καλύτερα.

— Κι εγώ… Ωραία. Σ’ ευχαριστώ πολύ, Ρούλα. Μόνο κάτι τελευταίο: ξεκίνησες ήδη άλλη μετάφραση; ή γράφεις κάτι δικό σου;

Ρ.Γ.: Όχι. Αυτή ήταν η πρώτη μετάφραση που έκανα στη ζωή μου. Χμμμ… με κάτι όλο και παιδεύομαι, αλλά, όπως σου είπα, προτιμώ να χαζεύω τις μανόλιες στους δρόμους — αρκεί βέβαια να υπάρχουν.

— Σ’ ευχαριστώ πολύ-πολύ! Καλό βράδυ, κι εύχομαι όλα να πάνε καλά.

Ρ.Γ.: Κι εγώ σ ευχαριστώ για την ωραία παρέα.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015 Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά