Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Σήμερα μοιράζαμε πάλι —στο χαρτί, όχι στην πραγματικότητα· με τα χαρτονομίσματα της Μονόπολης, σαν να λέμε— τα λεφτά που μας έχουν απομείνει σε λογαριασμούς και δόσεις. Δεν έφταναν για όλα, φυσικά, μας έχουν σωθεί από ένα μήνα τώρα, πάνω-κάτω. Είπαμε να μην κάνουμε καμία κίνηση μέχρι το τέλος του μηνός, τσακωθήκαμε λίγο επ’ αυτού, δώσαμε εντέλει προτεραιότητα στο κινητό και στα έξοδα του σταθμού, μην τυχόν και μας κόψουν τη σύνδεση και δεν μπορούμε να εκπέμψουμε και μείνουν τόσοι άνθρωποι ξεκρέμαστοι, μετά πιάσαμε να κάνουμε τις δουλειές της ημέρας, και, πριν χωρίσουμε, η Κ. μού εκμυστηρεύτηκε γι’ αυτό το κάτι που της έπνιγε το λαιμό. Αυτό το κάτι που είναι καμωμένο από στάχτη. Μέσα μου ήταν σκιώδες μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά μετά, και όταν έμεινα μόνος, ήρθε και μ’ έπνιξε και μένα. [§] Αν θέλετε να μιλήσω προσωπικά, εγώ δεν έχω πρόβλημα με τη φτώχεια. Ξέρω πως αντιμετωπίζεται και, μολονότι ήμουν πολύ νέος όταν τη βίωσα σε μεγάλη έκταση, την έζησα για τα καλά. Και πιο μετά βέβαια, αλλά τότε μόνο για κάποιες μέρες — ξέρετε, τότε που μετράς τα ψιλά και αναγκάζεσαι να μην καπνίσεις τη μάρκα σου, ή που μαγειρεύεις κάθε μέρα πλατάρια κοτόπουλου αγορασμένα από τη Βαρβάκειο, τόσο που τις τελευταίες μέρες το κάνεις γρήγορα-γρήγορα, μπουκώνοντας το στόμα σου, για να τελειώνεις μιαν ώρα αρχύτερα με το φαΐ. Δεν λέω αυτό· λέω για παλιά, τότε, ας πούμε, που τρεφόμουν μόνο με μπισκότα (Μιράντα Παπαδοπούλου: ένα πακέτο την ημέρα — και εκείνες δεν ήταν διπλά, ήταν μια στρώση μόνο) επί καιρό, ή ό,τι μπορούσα να βρω με μια ποικιλία από τρόπους, που δεν είναι της παρούσης. Ή τότε που πήγαινα και ερχόμουν από τη δουλειά με τα πόδια, μία ώρα πήγαινε, μιάμιση έλα, γιατί το λεωφορείο ήταν βαρύ έξοδο, ή πολυτέλεια, ή απλώς δεν υπήρχαν τα ψιλά για να κόψεις εισιτήριο. Ή που μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα πάνω-πάνω στο καλάθι του Δήμου ήταν ένα εξόχως δελεαστικό μπραντς. Όχι, για μένα δεν είναι η φτώχεια: είναι αυτό το κάτι που είναι καμωμένο από στάχτη και που σου πνίγει το λαιμό. Είναι η ανημπόρια, η αίσθηση της απόλυτης αδυναμίας, η ονειρική σχεδόν κατάσταση κατά την οποία νιώθεις βαριά τα μέλη σου και νωθρό το πνεύμα σου — όταν δεν μπορείς να εφαρμόσεις τα σχέδιά σου, όταν κρατάς κάτι στα χέρια μα εκείνο γλιστρά ανάμεσα από τα δάχτυλά σου σαν το ολόγραμμα μιας χούφτας άμμου, όταν δεν είσαι καν σε θέση, όχι να «δημιουργήσεις», αλλά απλώς και μόνο να διαβάσεις — γιατί το μάτι μένει κολλημένο στην ίδια παράγραφο για ώρα, κι εσύ σκέφτεσαι (ένα μέρος του μυαλού σου σκέφτεται, αυτό που δεν παύει να να αγρυπνά, μα που τώρα ξύπνησε για τα καλά κι έπιασε βάρδια) αυτό το τρελό σκηνικό που στήθηκε και που ήρθε για να μείνει και για να τα θερίσει όλα — και για να τα θερίσει όλα για ένα γαμημένο καπρίτσιο. [§] Να μην τα πολυλογώ: το μεγάλο πρόβλημα το λένε μελαγχολία, και το λένε πίκρα. Και αδιέξοδο. Τη φτώχεια εγώ θα την αντέξω. Το να σπαταλάω τη μέρα μου αδυνατώντας να εργαστώ με την καρδιά πάνω σ’ αυτά που αγαπώ είναι που θα με τρελάνει.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015 Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά