Σάββατο, 06 Ιουνίου 2015

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Οι νεκρές φύσεις στη ζωγραφική: δεν είναι απαραίτητο να παίζει κεντρικό ρόλο μια ψόφια πάπια στον πίνακα, ένα μπολ με φρούτα αρκεί· ή ένα μπουκέτο λουλούδια. Γιατί τα λουλούδια έχουν αρχίσει να μαραίνονται ήδη από τη στιγμή που κόπηκαν από το βλαστό, και τα φρούτα να σήπονται. Συχνά, μια μύγα ή άλλο έντομο περπατάει επάνω τους, μια σαύρα χαρχαλεύει τη γύψινη προτομή κάποιου παλιού νεκρού, τονίζοντας τη δραματικότητα της σήψης: του θανάτου. Οι νεκρές φύσεις φαινομενικά μόνο δείχνουν την ευμάρεια του αόρατου ιδιοκτήτη. Είναι έργα με υψηλή ειρωνική αξία, καθώς παρουσιάζουν τον υλικό πλούτο να έχει κιόλας περιέλθει στο βασίλειο του θανάτου. Κάπου εκεί μέσα, αν παρατηρήσεις σωστά, βαθιά στο πιο σπαρταριστό άνθος, θα δεις τα σκουλήκια να μασούν περιστρεφόμενα τις ίνες, να απομυζούν τον φρέσκο χυμό, να δοξάζουν διά της θλιβερής ζωής τους το χαμό. Η μεταπολιτευτική πινακοθήκη της Ελλάδας δίνει άπειρα παραδείγματα νεκρών φύσεων, ήδη από τα εορταστικά χρόνια του Ανδρέα Παπανδρέου, για να περάσει από δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες προσωπικότητες του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, καταλήγοντας θριαμβευτικά στη δεκαετία που είχε στο κέντρο της τους Ολυμπιακούς Αγώνες των Αθηνών. Θα ήθελα κάποια στιγμή να δω εκτεθειμένες σε γκαλερί μία επιλογή από αυτές τις φωτογραφίες: τη Νεκρή Φύση του ελληνικού τρόπου. Κάποιοι επιμελητές, κάποια στιγμή, είμαι σίγουρος πως θα την ετοιμάσουν. [§] Έμαθα σήμερα από σύμπτωση πως μπαίνω στο Διαδίκτυο εδώ και μία δεκαπενταετία — νομίζω όχι πολλά χρόνια σε σχέση με άλλους της ηλικίας μου, ή και τουλάχιστον μια δεκαετία μικρότερους. Συμπτώσεις: Διάβαζα για μια εκδήλωση στην οποία θα μιλήσει μεθαύριο ο Βασίλης Μπαμπούρης, ρέκτης της Λογοτεχνίας Τρόμου, ανθολόγος, μεταφραστής και μέγας ειδικός. Από αυτόν έμαθα το 1999 τον σχετικώς άσημο συγγραφέα Τόμας Λιγκότι, του οποίου έβγαλα μία συλλογή ποιημάτων το 2002 (Έχω ένα ξεχωριστό σχέδιο γι’ αυτό τον κόσμο), ενώ διατήρησα μαζί του και μία αραιή ηλεκτρονική αλληλογραφία για μερικά χρόνια. Ο Λιγκότι δεν εμφανίζεται ποτέ στον Τύπο, ελάχιστες μόνο φωτογραφίες του έχουν κυκλοφορήσει λαθραία (πάσχει από αγοραφοβία, είναι με αγωγή), όπως ακριβώς κάνει και ο Πίντσον. Στην Αθήνα έχουμε Εβδομάδα Τόμας Πίντσον τούτες τις μέρες. Το σχετικό με τον Λιγκότι φόρουμ, στο οποίο ο ίδιος δεν έπαιρνε μέρος, ήταν το πρώτο στο οποίο έγινα μέλος. Θυμάμαι ακόμη τη λαχτάρα μου να δω και να μάθω. Θυμάμαι πώς ήμουν, πώς σκεφτόμουν, τι ένιωθα: πάνω-κάτω, ό,τι ακριβώς και σήμερα σε ανάλογες περιπτώσεις. Εννοώ, αισθάνομαι ο ίδιος απολύτως με τότε. Θυμάμαι, δε, το καθετί τόσο καθαρά, λες και όλα αυτά έγιναν χθες. Κι όμως: πέρασαν δεκαπέντε γεμάτα χρόνια. Όχι πολλά για την ιστορία της ανθρωπότητας βέβαια, όχι πολλά γενικά, ναι — αλλά αρκετά για να γεράσουν έναν άνθρωπο. Κι όμως: είμαι ο ίδιος. Ίσως μάλιστα να ’μαι ο ίδιος με τον ακόμη μία δεκαπενταετία νεότερο εαυτό μου. Ίσως από ένα σημείο και μετά, ας πούμε από τα δεκαεφτά με είκοσι, να μη μεγαλώνουμε άλλο. Μόνο εκείνο το  σκουλήκι περιστρέφεται μέσα μας, δαγκώνοντας και απομυζώντας. Είμαστε νεκρές φύσεις. [§] Δούλευα πάλι ώς αργά, η δουλειά που κάνω αυτές τις μέρες είναι πραγματικά δύσκολη, σκέτο σκότωμα, αλλά σταμάτησα όταν άρχισε το ματς. Από το τέταρτο λεπτό και μετά ήμουν με τη Γιουβέντους. Δεν έχω κερδίσει ποτέ μου κανέναν Τελικό. Ούτε Εκλογές. [§] Η Κ., ο Α. και η Φ. κοιμούνται από ώρα, στον καναπέ.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015 Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά