Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Γράφτηκε από τον 

Έτσι όπως περνά ο καιρός χωρίς τίποτε να γίνεται, τίποτε απολύτως, και καθώς ζούμε σε μία κατάσταση άχρονη, βουλιαγμένοι σε μιαν ακίνητη κινούμενη άμμο μέχρι τις λαγόνες, καθετί πάνω μας έχει αμβλυνθεί: περπατάμε μέσα στη ζωή με τα χέρια στις τσέπες και το κεφάλι κατεβασμένο, κανείς δεν έχει όρεξη ή δύναμη για να φωνάξει πολύ, να οργιστεί πολύ, για να απαιτήσει ή έστω για να αισθανθεί καν ολοκληρωτικά αυτά που (δεν) γίνονται. Βαρεθήκαμε, μπαφιάσαμε, κουραστήκαμε. Ακόμα κι εκείνο το γάνιασμα που μας συνείχε, πάει κι αυτό. Θυμάται κανείς την πρώτη παλλαϊκή συγκέντρωση στήριξης της κυβέρνησής μας κατά τον μεγάλο αγώνα που έδινε στο Eurogroup, τη «μητέρα των μαχών» που είπε και ο Θεοδωράκης; Που τη διαφήμιζαν για μέρες και μέρες τα περισσότερα Αριστερά και σύσσωμα τα εθνικιστικά και νεοναζιστικά σάιτ; Ε, πάει, ξεφούσκωσαν κι αυτοί, ή μάλλον: ακόμα κι αυτοί. Έγινε άλλη μία τέτοια συγκέντρωση πρώην αγανακτισμένων νυν τροπαιούχων, δεν πήγαν παρά κάτι γραφικοί ντυμένοι Μεγαλέξανδροι και δυο-τρεις σαλταρισμένοι κομουνιστές, και μετά: πάει — μείναν σπίτια τους και δαύτοι και βλέπουν τηλεόραση ξύνοντας τον καβάλο τους. Βρισκόμαστε στο παρά πέντε από το κραχ (κατά κάποιους ευφάνταστους, βρισκόμαστε πριν την υπογραφή μιας συμφωνίας με τους εταίρους…), και όλη η χώρα είναι λες και πίνει μπάφους από το πρωί ίσαμε το βράδυ. Βαρείς μπάφους, καλαματιανούς. Διανοητική οκνηρία, αβελτηρία, ζαμανφουτισμός, πνιγμένη απόγνωση, στιφάδα, κατσιφάρα. Έτσι και φταρνιστεί κανείς στο δρόμο λίγο πιο δυνατά από το κανονικό, θα πάθουμε καμιά καρδιά από την τρομάρα και το ξάφνιασμα, θα χάσει καμιά έγκυος το παιδί της, θα αποβάλει. Πού είναι οι παλιές ένδοξες μέρες, πέρσι-πρόπερσι, με τους αστέγους που τους τραβολογούσαν με τα ρόπαλα και τους παράχωναν στα πανεπιστήμια, πού είναι οι ατάιστοι μαθητές που σπάγαν σαν κλαράκια στα προαύλια, πού είναι οι αυτόχειρες φτωχοί που πέφταν από τα μπαλκόνια εκτοξεύοντας αρές κατά της κυβέρνησης των δωσιλόγων, πού είναι έστω οι τρέλες των προσκόπων τού ΣΥΡΙΖΑ και των ναυτοπροσκόπων του ΗΕΘΑ Καμμένου των πρώτων ημερών, που λέγανε ωραίες βλακειούλες και χαίρονταν οι διανοούμενοι στο Φίλιον και στο DeFactoκαι σούφρωναν τα χειλάκια και έπαιζαν τα βλέφαρα πάνω από τα φλιτζανάκια τους; Αχ! κι αυτοί ακόμα σκυλοβαρέθηκαν, γκώσανε, και διαβάζουν μισοκοιμισμένοι τις νέες τους ποιητικές συλλογές στα μπαράκια, ανάμεσα στα δικά τους χασμουρητά και στα χασμουρητά της γκαρσόνας. Και ούτε καν σε κατιτί άλλο δεν μετουσιώθηκε όλη εκείνη η πνευματική ρώμη, σε κάποιο νέο παραμύθι, ότι, ας πούμε, ανεστήθη κάποιος αυτόχειρ, ότι επρώτευσε στην πάλη ένας μαθητής που δεν ταϊζότανε καλά μέχρι τα πέρυσι, ότι σπιτώθηκε έναςάστεγος, στο πλευρό μιας τίμιας εργάτριας της ΔΕΗ. Τίποτα, τίποτα, τίποτα. Ούτε καν διηγήματα εθνικοσοσιαλιστικού ρεαλισμού δεν δημοσιεύει πια η Αυγή, που καν και καν τα περιμέναμε όλοι μας. Κι όλα αυτά μέσα σε τέσσερις μήνες! Χάρη στο τέλμα που τεχνηέντως φτιάχνουν με χώμα και σάλια, σ’ αυτό το «αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων», και χάρη φυσικά στον απίθανο τυπάκο που έχουμε για πρωθυπουργό, έναν τόσο βαριά άσχετο ανθρωπάκο, ένα αμορφωτάκι τόσο λίγο, που το μόνο συναίσθημα που σου προκαλεί είναι λύπηση — λύπηση, όχι λύπη. Μια λύπηση με το λαιμό γεμάτο παλιά σκόνη και πίσσα από φτηνά ελληνικά τσιγάρα. Είναι ένας σαραντάρης που μοιάζει να καπνίζει Καρέλια κασετίνα και να στρώνει το βρακί του καθώς προχωράει χαζοχαμογελώντας. Μια μορφή που τη λυπάσαι. Που δεν σε εξιτάρει. Αλλά και που για χάρη της —για όνομα του Θεού δηλαδή— ζεις, κι εσύ, μέσα σ’ αυτό το ακούνητο πράγμα, στο βάλτωμα, στην πηχτή, υγρή ατμόσφαιρα, στο τέλμα. Και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο: να σκεφτείς, να διαβάσεις, να γράψεις, να ονειρευτείς, να σχεδιάσεις, να οργανώσεις. Τίποτε. Τέλμα. Σκουριά. [§] Να δεις που στο τέλος, ακόμα και το κακό που θα ’ρθει (και, λυπάμαι, αλλά θα ’ρθει) θα είναι κάτι, θα είναι κάτι καινούριο, μία πνοή, κάτι που θα πανηγυριστεί απλώς και μόνο γιατί θα δημιουργήσει από το τίποτα (επειδή για το τίποτα μιλάμε) κάτι. Έστω τις πρώτες ημέρες. Γιατί μετά θα γίνει σκοτωμός.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015 Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά