Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Γράφτηκε από τον 

Είναι μια από τις μέρες εκείνες που, σκεπτόμενος κανείς (ή: αναλογιζόμενος) αυτά που είναι να ’ρθουν, ούτε να θυμώσει μπορεί, ούτε να οργιστεί, ούτε να βρίσει, μα ούτε καν, και κυρίως, να αστειευτεί ξορκίζοντας το κακό — υποτίθεται, αν μη τι άλλο, ότι η σάτιρα έχει αυτό το προνόμιο. Ναι, το έχει, αλλά δεν είναι πάντα ώρα για σάτιρες και για χωρατά. Και δεν είναι ώρα ούτε για βρισιές, για οργή και θυμό. Είναι ώρα για πίκρα. (Και τη μισώ την πίκρα: το αίσθημα του αδύναμου, ενός γέροντα ας πούμε, που τρώει ξύλο από νεαρούς: αυτό είναι η πίκρα). Τα χρήματα που δεν υπάρχουν για να πάρουν μέρος στους μαθητικούς Ολυμπιακούς Αγώνες, ή όπως λέγονται αυτοί οι διεθνείς διαγωνισμοί, οι μαθητές που φοιτούν στα ελληνικά σχολεία (ελληνικής ή μη καταγωγής, μην το ξεχνάμε: τα ξενάκια πεθαίνουν για κάτι τέτοια), κάτι ψωροχιλιάρικα που αντιστοιχούν στον ετήσιο μισθό μίας καθαρίστριας του υπουργείου Οικονομικών (αλήθεια; επαναπροσελήφθησαν αυτές οι έρμες; μακάρι), δεν είναι μόνο χρήματα που δεν μπορούν να βρεθούν όποια αποθεματικά και να δημευθούν — άλλωστε, δεν πρέπει να απέμειναν πια και καθόλου άλλα, «μόνο τα αποθεματικά των πολυκατοικιών», όπως λένε οι φίλοι «για να γελάμε», αυτά που βαστάει στο συρτάρι ο διαχειριστής για τις σκάλες και για τη συντήρηση του ασανσέρ: ξοδεύτηκαν όλα για να σταθεί η κυβέρνηση έναν επιπλέον μήνα. Εννοώ, κοίτα λοιπόν να δεις, κοίτα να δεις! Δεν μπορούν να βρεθούν μικροποσά, το κράτος δεν έχει πια για… για χαρτζιλίκι. Γι’ αυτό, καλά ήταν τα ψέματα που είπαμε ώς εδώ. Τώρα μπορούμε μόνο να κλαίμε, να βαράμε το κεφάλι μας στον τοίχο από την απελπισιά και να ελπίζουμε — σε τι; Δεν ξέρω. Ιδέαν δεν έχω. Δεν ξέρω αν μπορούν πια να κάνουν τίποτε περισσότερο η Μέρκελ με τον Σόιμπλε, ίσως κουράστηκαν κι αυτοί οι δυο, ίσως απηύδησαν, ίσως δεν υπάρχει κανείς πια για να ελπίζεις. Και φυσικά όχι οι φίλοι μας οι Αμερικανοί, που στέλνουν υπερατλαντικές ευχές και χαιρετισμούς, έτσι, για την τιμή των όπλων. Άρα; Άρα δεν ξέρω. Ιδέαν δεν έχω. Και είναι, αυτή, μια από τις μέρες εκείνες που δεν πιστεύεις σε ό,τι ακόμη και ο ίδιος (ή κυρίως ο ίδιος) αφήνεις, σε ιδιωτικές συνομιλίες και συνδιαλέξεις, να διαφανεί, πως τάχα λίγες βδομάδες έμειναν ακόμη, όλα θα πάνε καλά, θα πέσουν, θα φύγουν, δεν θ’ αντέξουν, «Όλα καλά, όλα καλά, μην ανησυχείς». Είναι μια από τις μέρες αυτές η σημερινή. [§] Να φταίει πως πληρώσαμε και ό,τι μπορούσαμε να πληρώσουμε, και είδαμε, έτσι στα ξαφνικά, ότι δεν μείναν καθόλου μα καθόλου χρήματα στους λογαριασμούς μας; Να φταίει που έληξε και η κάρτα μας και δεν ξέρουμε αν θα μας βγάλουν άλλη και πότε; (Και έληξε και στο τσακ που θέλαμε να ανανεώσουμε κάτι βασικές συνδρομές σε περιοδικά, διάολε). Ναι: για το συναίσθημα, αυτό το βαρύ συναίσθημα, της πίκρας, φταίνε κάτι τέτοια, ιδίως όταν (καλήν ώρα) είσαι καβατζαρισμένα πενήντα και δεν έχεις σπίτι, αιρκοντίσιον και ηλεκτρική κουζίνα, και μετράς τα ψιλά για τα τσιγάρα σου, αλλά με το άλλο θέμα (γιατί αυτά τα συνήθισες), το μείζον θέμα, αυτό που αγγίζει όλους εδώ μέσα, στον ευλογημένο τόπο, δεν έχουν να κάνουν. Αυτό έχει δρομολογηθεί. Και έρχεται. Και θα ’χει τα μάτια τους.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015 Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά