Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Γράφτηκε από τον 

Αυτές τις 50 ημέρες του Ημερολογίου έχω αναφερθεί σε δυο-τρεις συγγραφείς όλους κι όλους, αλλά έκανα searchκαι είδα πως αναφέρω τρεις φορές το όνομα του Λάσλο Κρασναχορκάι (και τι όνομα…), οπότε μάλλον είμαι το γούρι του: πήρε —και απέναντι φυσικά σε πανάξιους αντιπάλους— το Booker, αυτό το βραβείο που δίνει μια εταιρεία επενδύσεων, ξέρετε, απ’ αυτές που κερδοσκοπούν πάνω στις πλάτες των λαών, με τα σαγόνια τους καρφωμένα στο λαιμό των φτωχών κλπ.: www.man.com. Να ’ναι καλά, κι εις ανώτερα. Και η Man, και τα επενδυτικά προϊόντα της, και οι πελάτες της, και ο μέγας Μαγυάρος μαΐστωρ. [§] Στο μεταξύ, μιας και ο λόγος για τα οικονομικά, που διόλου δεν ήθελα να με απασχολήσουν σήμερα, διαβάζω: «Βάσει της Κοινοτικής Οδηγίας για το ΦΠΑ, δεν μπορεί να γίνει διαφοροποίηση συντελεστή ανάλογα με το μέσο πληρωμής. Τι σημαίνει αυτό; Ότι νομικά δεν στέκει να έχει άλλο συντελεστή ένα αγαθό ή μια υπηρεσία αν πληρώνεις με μετρητά κι άλλο συντελεστή αν πληρώνεις με κάρτα. Ποιο είναι το περίεργο της υπόθεσης; Ότι, ενώ οι αρμόδιες υπηρεσίες γνωρίζουν το νομικό κώλυμα, η ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών το αγνοούσε» (Γιώργος Παππούς, iefimerida). Και είχαμε χαρεί, γιατί επρόκειτο για το πρώτο και μοναδικό μέτρο της προκοπής που σκέφτηκαν οι επιτελείς, πώς τους λένε, της κυβέρνησης, οι φωτεινοί νόες του ΥΠΟΙΚ. Μπορεί να μη συνέβαλλε όλο αυτό διόλου στη μείωση της φοροδιαφυγής, αλλά θα αύξανε τα άμεσα κρατικά έσοδα και θα έφερνε —κυρίως— τον κόσμο πιο κοντά στο μέλλον του χρήματος, που δεν θα είναι διόλου μα διόλου χάρτινο: το χαρτί μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια θα κυκλοφορεί όσο κυκλοφορούν πλέον, στην εποχή του Διαδικτύου, τα γραμματόσημα. Αλαλούμ… Και άλλη μία αφορμή για να γελάει ο κόσμος με τον απίθανο, και άλλο τόσο τραγικό αυτόν άνθρωπο, τον Βαρουφάκη. [§] Διαβάζω τον Υπερατλαντικό του Ιρλανδού Κόλουμ Μακάν, από τον Καστανιώτη, και έχω μείνει ενεός με τη μετάφραση της Κατερίνας Σχινά. Είναι τόσο καλή, που σταματώ την ανάγνωση και προσπαθώ να σκεφτώ τι θα έλεγε εδώ, κι εδώ, κι εδώ, ένας άλλος μεταφραστής. Και πώς θα το αντιμετώπιζα εγώ, αυτό το άλλο μετάφρασμα, αν το αναλάμβανα για επιμέλεια. Θα τρελαινόμουν, κατά πάσα πιθανότητα. Απίστευτα δύσκολο. Απίστευτη δουλειά. Εύγε. Και κάπως έτσι περάσαμε το βράδυ με την Κ., διαβάζοντας. Δεν είδαμε ταινία. [§] Ο προσεκτικός και μόνιμος αναγνώστης θα θυμάται τον εξαιρετικά καλοντυμένο ηλικιωμένο κύριο που βλέπω κάθε πρωί στο Mikelτης λεωφόρου Νίκης, να καπνίζει τα Pallas του και να κοιτάζει τη θάλασσα χωρίς να διαβάζει την παλιά εφημερίδα που έχει πάντα διπλωμένη στο τραπεζάκι του. Σήμερα τον πλησίασα περισσότερο από ποτέ, αποφασισμένος να βρω κάποια πρόφαση και να του μιλήσω, και μάλιστα ο Α. μπλέχτηκε στα πόδια του, όπως κάνει πάντα με αγνώστους για να τους μυρίσει τα παπούτσια. Δεν μας έδωσε σημασία, ή μας έδωσε τόση όση αν στη θέση του ήταν ένα ολόγραμμα. Ανατρίχιασα, τράβηξα το λουρί τού Α. και φύγαμε βιαστικά. Νομίζω, ανατρίχιασε και ο Α. Δεν ξέρω πια αν θα βρω κάποτε το θάρρος να του μιλήσω. Κάτι συμβαίνει μ’ αυτόν. Αν δεν μύριζα το τσιγάρο, θα έλεγα πως δεν είναι εκεί, πως τον σκέφτομαι παρά τον βλέπω.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τρίτη, 19 Μαΐου 2015 Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά