Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Γράφτηκε από τον 

Το πουράκι τού ΥΠΠΟ —ασήμαντο θέμα, προφανώς, και ανάξιο λόγου· αλλά και η αντιπολίτευση ανάξια λόγου είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος της, οπότε μπορεί να πιαστεί από κάτι τέτοια για να περάσει την ώρα της— μου θύμισε τους καιρούς εκείνους που το κάπνισμα επιτρεπόταν σχεδόν παντού. Και τώρα μπορεί να επιτρέπεται ημινομίμως σε κάποιους κλειστούς χώρους, σε μπαρ, ταβέρνες και τα λοιπά, καθώς κανείς αντικαπνιστικός νόμος δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατά 100% στην Ελλάδα, αλλά παλιά μπορούσε κανείς να καπνίζει σε μέρη που τώρα μάς φαίνονται, και δικαίως, απίθανα. Θυμάμαι, για παράδειγμα, να κάνουμε μεγάλα ταξίδια με το τρένο, σε μικρά κουπέ των έξι θέσεων, και να καπνίζουμε αρειμανίως σε όλη τη διαδρομή, ανοίγοντας το παράθυρο από καμιά φορά απλώς και μόνο για να μη λιποθυμήσουμε από τα σύννεφα του καπνού. (Ο καπνιστής υποφέρει εξίσου με τον άκαπνο από τον καπνό στους χώρους που δεν εξαερίζονται επαρκώς). Το ίδιο και σε ταξίδια με το ΚΤΕΛ, όπου κάπνιζε φυσικά ο οδηγός, έχοντας κρεμασμένο το τσιγάρο στα χείλη. Κανείς δεν διαμαρτυρόταν, και εν πολλοίς κανείς δεν ένιωθε, ας μου επιτραπεί, δυσφορία, τουλάχιστον όχι τόση όση νιώθει ένας σημερινός άνθρωπος. Κάπνιζε κανείς και στο αεροπλάνο, κανονικά-κανονικότατα, και φυσικά και στο αεροδρόμιο, σε όλους τους χώρους και όχι μόνο στο κυλικείο: στις σκάλες, στους διαδρόμους, στην ουρά για την επιβίβαση, στη φυσούνα, και τελικά μέσα στην άτρακτο, καθισμένος στη θέση του, ζωσμένος τη ζώνη ασφαλεία, μ’ ένα ποτό στο ένα χέρι κι ένα βίπερ στην άλλη. Καπνίζαμε μέσα στους σινεμάδες —και δεν εννοώ τους θερινούς—, όπου το μόνο πρόβλημα ήταν πως δεν υπήρχαν τασάκια και σου κάνανε από καμιά φορά παρατήρηση για τις στάχτες, αλλά και στα νοσοκομεία, στον οδοντίατρο, στην αίθουσα αναμονής του οποιουδήποτε πράγματος, στον μπακάλη, όπου πρώτος-πρώτος κάπνιζε και ο μπακάλης, στο ταξί, στο ασανσέρ, στα σπίτια των φίλων, στα παιδικά δωμάτια, στην τράπεζα, στα ταμεία τής ΔΕΗ που περιμένεις για να πληρώσεις, στα βιβλιοπωλεία, στα γραφεία των δημοσίων και των ιδιωτικών επιχειρήσεων, είτε σαν υπάλληλος είτε σαν πελάτης, στο ταχυδρομείο, παντού — πιστεύω πως καπνίζαμε και στα υποβρύχια. Μόνο οι φαντάροι στη σκοπιά απαγορευόταν να καπνίζουν, όχι για το τσιγάρο καθαυτό, αλλά για να μη δει, λέει, ο εχθρός την καύτρα σου από μακριά μέσα στη νύχτα και σου την μπουμπουνίσει — την όρεξή σου είχε ο εχθρός. (Κατά τη διάρκεια της ημέρας απαγορευόταν επίσης στη σκοπιά, για να μην μπερδεύονται οι στρατιώτες). Πολύ, πολύ τσιγάρο, μεγάλη καπνιστική ελευθερία, και καμία σκέψη για απαγόρευση· ίσα-ίσα. Η διαφήμιση των προϊόντων καπνού στήριζε περιοδικά και κινηματογραφικές αίθουσες, ενώ δεν υπήρχε ηθοποιός, άντρας ή γυναίκα, στα φιλμ ή στην τηλεόραση, που να μην καπνίζει επί της οθόνης, ερμηνεύοντας το ρόλο του, και μάλιστα να μην καπνίζει πολύ. Πιστεύω ότι στις ελληνικές ταινίες, ας πούμε, οι ηθοποιοί κάπνιζαν χωρίς να τους το πει ο σκηνοθέτης: έτσι, από συνήθεια. Δεν θέλω να πω με όλα αυτά πως είναι αδύνατον να συμμορφωθούμε με τις αντικαπνιστικές επιταγές, προς Θεού. Θέλω απλώς να πω πως, όσο και να το κάνεις, γίνανε κάποια βήματα μπροστά, δεν γίνανε; [§] Είχαμε την Ξένια Κουναλάκη στην εκπομπή, ήταν εξαιρετική (φυσικά), και τη χάρηκε ο κόσμος, αλλά είχαμε και τη Ναταλία Γερμανού (άψογη) και είδαμε κάτι αντιδράσεις από ορισμένους φίλους που δεν μας πολυάρεσαν: ότι έχει γράψει σκυλάδικα, ξέρω γω, και τέτοια. Ήμαρτον. Και τα σκυλάδικα έχουν ψυχή. 

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Κυριακή, 17 Μαΐου 2015 Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά