Τετάρτη, 06 Μαΐου 2015

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Γράφτηκε από τον 

Έτριβα τα μάτια μου όταν μου είπαν πως μια βουλευτίνα της Χρυσής Αυγής που εξέμεσε ένα ρυπαρογράφημα τρελού σχετικά με τον δυστυχή τοξικοεξαρτημένο που κατηγορείται ότι σκότωσε το παιδί του δεν ήταν τελικά, λέει, της Χρυσής Αυγής (το κείμενό της είναι χαρακτηριστικά ναζιστικό, δεν είναι ένα απλό προπαγανδιστικό κείμενο, είναι Γκέμπελς) αλλά του ΣΥΡΙΖΑ. Την έψαξα, και τα ’χασα. Όντως είναι του ΣΥΡΙΖΑ, εκλεγμένη (δεν ξέρω πολλούς από τους νέους βουλευτές), και μάλιστα μέσα στο παραλήρημα όπου ζει πιστεύει πως είναι και Αριστερή. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ αδιανόητο να βρίσκονται στην εποχή μας άνθρωποι με τέτοια μείζονα προβλήματα χωρίς φροντίδα από τους οικείους τους, λες και ζουν σε κανένα χωριό της Ηπείρου τον 19ο αιώνα. Εκτός και αν όλο αυτό είναι ένα είδος χάπενινγκ εκ μέρους της (ο λογαριασμός της στο Facebookείναι δημόσιος, μπορεί να διαβάσει κανείς όλα τα τραγικά που λέει ότι σκέφτεται), σαν αυτό που έκανε η Άννα Γούλα με την πτυχιακή της στην ΑΣΚΤ (πολλοί πίστεψαν, και ενδεχομένως κάποιοι πιστεύουν ακόμα, ότι η περσόνα «Άννα Γούλα» ήταν υπαρκτή, αληθινή: μια σκυλού), οπότε αλλάζει το πράγμα. [§] Ζούμε αδιανόητες μέρες χαμηλού ηθικού βαρομετρικού, και όλο αυτό δεν είναι παρά μόνο η αρχή. Όταν οι άνθρωποι αυτοί φύγουν κακήν-κακώς, γιατί δυστυχώς έτσι θα φύγουν, τότε είναι που θα αρχίσει η Μεγάλη Τρέλα. Αλλά τουλάχιστον θα έχουν προσώρας αποχωρήσει. Εάν έμεναν, δεν θα μιλούσαμε πλέον για τρέλα, αλλά για κατάσταση Κούβας. Χωρίς το φολκλόρ και χωρίς τα πούρα. [§] Απροπό, προτείνω για ανάγνωση το διήγημα του Πόε «Το Σύστημα του Δόκτορος Πίσσα και του Καθηγητού Φτερά», που περιγράφει κάπως την κατάσταση που ζούμε. [§] Το πρωί, για πρώτη φορά, έκατσα στο Mikel, δήθεν πως κάτι έκανα με τον Α., δήθεν πως ήθελε νερό, και παρήγγειλα έναν νεσκαφέ. Άφησα ένα τραπεζάκι ανάμεσα σε μένα και τον ηλικιωμένο κύριο με το άψογο ντύσιμο και τη διπλωμένη παλιά εφημερίδα που κοιτά τη θάλασσα. Δεν με κοίταξε ούτε για μια στιγμή· παρέμεινε τελείως ατάραχος και μόνος όλη την ώρα. Και δεν μπόρεσα να δω την εφημερίδα του — ήταν απλώς μεγάλου σχήματος, όχι ταμπλόιντ· περίπου όπως η παλιά Βραδυνή. Τίποτε περισσότερο δεν κατάλαβα. Ήπια βιαστικά τον καφέ μου, πήρα τον Α., και φύγαμε την ώρα που ο άγνωστός μου έσβηνε το τσιγάρο του και έβγαζε το πακέτο του από την τσέπη για να ανάψει άλλο. Ήταν Pallas. [§] Την Κυριακή ο Princeθα τραγουδήσει στην εξεγερμένη Βαλτιμόρη. Τα εισιτήρια είναι απλησίαστα, έκανα πως ψάχνω και μου προτάθηκε ένα προς 500 δολάρια. Κι εγώ που νόμιζα ότι θα ήταν με ελεύθερη είσοδο. [§] Το βράδυ είδαμε τον Θ.Χ., που ανέβηκε για την Έκθεση, θα παρουσιάσει το βιβλίο του την Παρασκευή. Πήγαμε στο Νερό που Καίει, ήπιαμε κρασί εμείς και ουίσκι εκείνος, είπαμε πολλά για την Κατάσταση, διαφωνήσαμε ελάχιστα: εκείνος δεν θέλει σύμπραξη του λεγόμενου φιλοευρωπαϊκού μετώπου γιατί, λέει, θα υπερισχύσει η ΝΔ και θα καταπιεί το ΠΑΣΟΚ. Μπορεί να έχει δίκιο, αλλά εγώ λέω, μικρό το κακό. Το ΠΑΣΟΚ θα ξαναφτιαχτεί αν υπάρχει χώρα. Βέβαια, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να είμαστε υπερβολικοί, και όλα να πάνε εντέλει καλά. Υπάρχει το ενδεχόμενο όλα να είναι ήδη καλά. Και να νικάμε. Εμείς οι Έλληνες. [§] Θεέ μου.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015 Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά