Τρίτη, 05 Μαΐου 2015

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Γράφτηκε από τον 

Αναφορικά με το πού το πάει ο Τσίπρας —συν κάτι βιομήχανους και κάτι μαυραγορίτες τύπου Αυριανής που είναι πίσω του— και πού το πάνε οι Αριστεροί και οι Ακροδεξιοί σύντροφοί του στον κομματικό μηχανισμό που τόσο σοφά συνήψαν, έχω κάνει προ πολλού τις προβλέψεις μου, τις είπα, τις ξανάπα, κούρασα να τις επαναλαμβάνω, δεν θα κάνω άλλες, μόνο θα παρακολουθώ πλέον, και δυστυχώς διόλου απαθής. Η βασική ελπίδα που έχω, επίσης εδώ και καιρό, είναι η αναλυτική μου ικανότητα και το ένστικτό μου να λαθεύουν απολύτως, να έχω ερμηνεύσει τα πάντα λάθος. Και η ανάγνωση του προφανούς, από μένα και από όλους, ονειρεύομαι να επίσης 100% εσφαλμένη· και ας βοά. Γιατί το πράγμα βοά, και δεν μπορώ να αντιληφθώ προς τι η εξεζητημένη όσο και σφόδρα αφελής πίστη των πολλών είτε στην ανοησία των κυβερνώντων, που τάχα θα μας σώσει (όχι ότι δεν είναι ανόητοι: μια χαρά ανόητοι είναι — αλλά δεν θα σωθούμε από την ανοησία τους), είτε στον καιροσκοπισμό τους, του τύπου που έχουμε συνηθίσει. Ελπίζω επίσης και στην καλοσύνη των ξένων. Αλλά: ακόμη και αν γλιτώσουμε στο παρά πέντε την καταστροφή, θα είμαστε τόσο πληγωμένοι, που θα αργήσουμε αφόρητα να συνέλθουμε. Και θα είμαστε πληγωμένοι σε όλα τα επίπεδα, όχι μόνο οικονομικά, δημοσιονομικά κ.τ.σ. — κυρίως ηθικά θα έχουμε τρωθεί, κι αυτό θα ’ρθει η ώρα που θα το καταλάβουμε πάνω στο πετσί μας με τον δύσκολο τρόπο: τίποτε δεν λειτουργεί σε κενό αέρος, και το καθετί, όλα μα όλα, έχουν επιπτώσεις στο χρόνο. Και θα μας λείπει πολύς απ’ αυτόν επίσης: θα λείπει πολύς χρόνος — ήδη έχει αρχίσει και μας λείπει, από το ’11 αλλά από πέρυσι ιδίως, και έντονα, ήδη χάνουμε απίστευτες ποσότητες ελευθερίας με το μυαλό μας πλέον ολότελα παραδομένο όπως είναι και γαντζωμένο στη σκηνή όπου το θλιβερό μπουλούκι, ο θίασος ποικιλιών του πρωθυπουργού, εκτελεί τα νούμερά του — όμως τότε να δεις πόσο ασφυκτικά γεμάτες από τα «απαραίτητα» για να τη βγάλουμε θα είναι οι μέρες… Μα όλα αυτά θα μας απασχολούν μόνο τότε, μόνο εάν αποτύχουν, αν φανούν ανίκανοι να επιτύχουν στα δραχμικά, αντιδυτικά, αυταρχικά σχέδιά τους. Ποντάρουμε στην ανικανότητά τους, λοιπόν. Στην ατζαμοσύνη τους να φέρουν εις πέρας μια λαφαζανική βαριάντζα. Όχι στην ανυπαρξία σχεδιασμού εκ μέρους τους. Και ξανά και πάντα: ποντάρουμε στην καλοσύνη των ξένων. Σε κάθε περίπτωση όμως, είτε αν αποτύχουν είτε αν τα βγάλουν πέρα, ένα είναι σίγουρο ότι θα συμβεί: θα γεμίσουμε πολλά μικρά ή μεγαλύτερα «Εξάρχεια». Έρχεται περίοδος βίας, βίας με ψευδοπολιτική βάση, που θα γίνει σήμα-κατατεθέν της χώρας. Τίποτε δεν λειτουργεί σε κενό αέρος, και το καθετί, όλα μα όλα, έχουν επιπτώσεις στο χρόνο. Και σ’ αυτό τον κανόνα, όπως και στη συντριπτική πλειονότητα των κανόνων, δεν χωρά εξαίρεση. [§] Κάθε πρωί, στο παραλιακό Mikelτης γωνίας, βλέπω τον ίδιο ηλικιωμένο κύριο, άψογα ντυμένο, με γιλέκο και ταιριαστή πλην τσαχπίνικη ποσέτ, να πίνει τον καφέ του κοιτώντας τη θάλασσα, στο ίδιο πάντα γωνιακό υπερυψωμένο τραπεζάκι. Κάθεται σε σκαμπό. Μπροστά του, έχει μια διπλωμένη εφημερίδα. Σήμερα είδα πως ήταν ένα παλιό φύλλο (δεν ξέρω αν έχει το ίδιο κάθε μέρα ή αν φέρνει διαφορετικό). Καπνίζει τσιγάρα με λευκό φίλτρο, δεν μπόρεσα να δω τη μάρκα, φυλά το πακέτο στην τσέπη του. Κοιτάζει ολοένα τη θάλασσα και της φυσά τον καπνό του, και έχει ένα μικρό ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη. Περνώ με τον Α. βιαστικά και αγουροξυπνημένος, δεν τον παρατηρώ σωστά και όπως στ’ αλήθεια θα ήθελα. Αλλά είναι τόσο ενδιαφέρων που μου ’ρχεται να του μιλήσω· αν και είναι από τους ανθρώπους που δεν αντιγυρίζουν το βλέμμα, απ’ αυτούς που κάνουν ότι δεν σε παρατηρούν, λίγο σαν τυφλός, λίγο σαν βαριεστημένος, κάπως αριστοκρατικά. Δεν ξέρω. [§] Έγινε και μία αναφορά σήμερα σε ένα βιβλιοφιλικό Γκρουπ για την Κόκκινη Μαρία, αιφνιδιάστηκα. Η γενναιοδωρία, των αγνώστων κυρίως, με εντυπωσιάζει πάντα. Με συγκινεί. Και νιώθω πως δεν μπορώ να την ανταποδώσω, και πως σίγουρα δεν την αξίζω. Και δεν υπερβάλλω, έτσι είναι. [§] Ξέχασα χθες να σημειώσω πως πήρα ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Σήμερα, κουρεύτηκα και ξυρίστηκα. [§] Ήρθε ο πατέρας μου το πρωί, κουβαλώντας και ένα σωρό πράγματα από το σουπερμάρκετ, και ψάρια πάλι που μας τηγάνισε η μάνα μου.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τρίτη, 5 Μαΐου 2015 Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά