Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου σήμερα, ο Παυλόπουλος Πρόεδρος της Δημοκρατίας είπε κάτι λουδίτικο και ανελλήνιστο συγκεχυμένο («Η ιστορία του βιβλίου, στο πλαίσιο της ιστορίας του Παγκόσμιου Πνεύματος γενικώς, αποδεικνύει ότι ήταν, είναι και θα παραμείνει το καταλληλότερο μέσο, προκειμένου η πληροφορία να πορεύεται προς τον κατά την φύση της προορισμό της. Δηλαδή την τελική νομοτελειακή μετατροπή της σε γνώση και σοφία») κάνοντάς σε να απορείς πώς διάολο γίνεται και τέτοιοι άνθρωποι έχουν κάνει καριέρα και δουλειές που αποφέρουν μεγάλα κέρδη και παχυλούς μισθούς πολύ ψαγμένο, άλλοι θα πουν άλλα, και, ενώ τα βιβλία θάλλουν παγκοσμίως έχοντας καταστεί trend (παρά την γκρίνια για τις πρακτικές τής Amazon: θα ξεπεραστεί αυτό το πρόβλημα για τους εκδότες και τους συγγραφείς, ας ψωνίζουν πρώτα φτηνά οι καταναλωτές όπου γης και θα τα βρούμε και τα υπόλοιπα), στην Ελλάδα το αποχαιρετούμε σιγά-σιγά. Μόνο οι περί τον χώρο ξέρουν πόσο ακριβό είναι το εκτυπωτικό χαρτί, πόσο πολύ πιο ακριβή είναι οποιαδήποτε ποιότητα πλην τής χειρότερης, του λεγόμενου «χάρτου γραφής», και πως όλο με όλο εισάγεται. Από πάντα. Δεν φτιάχνουμε χαρτί για εκτυπώσεις εδώ, τέτοια βιομηχανία δεν έχουμε, ξεπερνά τα τεχνολογικά διαθέσιμα αυτού του βαλκανικού χερσότοπου, όμοια με τη διαστημική βιομηχανία ή αυτή των βιομικροκυκλωμάτων. Ήδη εδώ και δέκα χρόνια (η βιβλιαγορά χτυπήθηκε πρώτη από την επελαύνουσα Κρίση, κι ας μην καταγράφηκε επισήμως αυτό) το τοπίο έχει αλλάξει με τη σαρωτική μείωση του τιράζ στις 9 από τις 10 εκδόσεις (από τις 3.000-4.000 στα 500 με 1.000 κομμάτια) και στη σύμπηξη δύο διακριτών κατηγοριών: το αγοραστικό κοινό μοιράστηκε σε έναν ολοένα διογκούμενο μεν πυρήνα αναγνωστών βαρέως τύπου, αλλά που κατ’ ανάγκην παραμένει μικρός (σκάρτες 5.000 άνθρωποι που συνιστούν τους κυρίως αναγνώστες, τους επιλεκτικούς, τους εστέτ, τους ρέκτες, τους «βιβλιόφιλους», και άλλους 4 φορές τόσους που μοιράζονται κατά ομάδες-ομάδες στα ευπώλητα της προκοπής), και σε μία μάζα καταναλωτών ελαφριάς λογοτεχνίας, που βέβαια είναι αυτή που συντηρεί όλη την αγορά και που αυτήν ακριβώς που οφείλουμε να τιμούμε με προσευχές και θυσίες καθημερινώς — γιατί χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχαν ούτε τα «καλά» βιβλία, ούτε οι «σοβαροί» Οίκοι, ούτε τα περί τη λογοτεχνία και τις εκδόσεις Μέσα, ούτε κανείς μας: οτιδήποτε ποιοτικό στηρίζεται στην ύπαρξη μιας αγοράς, και η αγορά είναι μεγάλη, και είναι περίπλοκη, και είναι οργανική, δεν είναι κομμάτια που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Χωρίς τις 100.000 πωλήσεις ανά τίτλο τής όποιας αγίας Μαντά, ο χι εκδότης τού ψι ποιητή δεν θα ήταν εκδότης αλλά οδηγός ταξί ή μεσίτης ή ψητάς, και ο ψι ποιητής δεν θα κρατούσε τώρα στα χέρια του τη συλλογή του να καμαρώνει, ακόμη και αν την πλήρωνε (όπως και σήμερα κάνει, πάλι κατά ένα ποσοστό της τάξεως του 90%). Το βιβλίο είναι λούσο, και κατιτί περιττό, εξ ου και περιθωριοποιήθηκε πέντε χρόνια, κοντά, πριν το ξέσπασμα της Κρίσης, ακριβώς από τα γενεσιουργά αίτιά της: τα μπουζούκια δεν κομποζάρουν με τον Μουρακάμι. (Αλλ’ όμως χάρις στα μπουζούκια κυκλοφορεί χρήμα, και γίνεται, σε κάποιους μικρούτσικους μεσοαστικούς κύκλους, γνωστός ο Μουρακάμι: κάτι τσιμπάει ο πολιτισμός κι από κει). Σήμερα, κι ενώ εντός της Κρίσης παρατηρούμε μία απατηλή άνθηση (φέρ’ ειπείν, ποτέ πριν δεν είχαμε τόσο πολλή σύγχρονη πεζογραφία μεταφρασμένη στα ελληνικά, αν και μόνο από 10 όλους κι όλους Οίκους, αν λέει κάτι αυτό), θα περιθωριοποιηθεί ακόμη περισσότερο: θα γίνει πανάκριβο. Και για ένα μακρό διάστημα μετά το Hellenexit και την παύση των εισαγωγών θα χαθεί εντελώς, θα χαθεί πέρα για πέρα, και κάποιοι θα σπάνε βιβλιοπωλεία. Και όλοι μας θα δανειζόμαστε και θα ανταλλάσσουμε παλαιότερες εκδόσεις. Τα ίδια θα γίνουν και με τα προϊόντα αλεύρου, που επίσης εισάγεται, οπότε τα ρεφενέ τραπεζώματα θα δίνουν και θα παίρνουν. Ξανά. [§] (Πρέπει να τα καταφέρω να γράψω γυναικείο μυθιστόρημα, δεν υπάρχει άλλη λύση. Πρέπει να τα καταφέρω). [§] Ειδήσεις άλλες δεν έχουμε, δεν έγινε κάτι ενδιαφέρον στη χώρα, τα γνωστά με την αφαίμαξη, με την πλήρη αποστράγγιση των αποθεματικών, τέτοια. Η Ελλάς προχωρεί ακάθεκτη προς το πουθενά της. [§] Η Κ. με τον Α. έκαναν μία πολύ μεγάλη βόλτα το μεσημέρι, γύρισαν μες στα χαμόγελα. Φάγαμε τα ψάρια που έμειναν από χτες. Και σαλάτες. Και αυγά. Είμαστε καλά, πολύ καλά.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015 Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά