Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Ξέρεις πως δεν θα ξαναδείς αυτόν το μαθητή, αλλά τον σηκώνεις στον πίνακα γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, και έτσι πρέπει να μάθει να κάνει για να πάρει τα γράμματα. Ξέρεις πως δεν θα φας αυτό το λαχανικό, αλλά το ποτίζεις γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, και έτσι έχεις μάθει, και επειδή κάποιος άλλος θα το νοστιμευτεί και θα γεμίσει την κοιλιά του με δαύτο. Ξέρεις πως δεν θα ξαναψαρέψεις μ’ αυτά τα δίχτυα, αλλά τα μπαλώνεις γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, και έτσι έχεις μάθει, και επειδή κάποιος άλλος θα πιάσει ωραίες γλώσσες μ’ αυτά, και θα τις πουλήσει στη σκάλα, και μια —την πιο παχιά— θα την πάει στο παιδί του. Ξέρεις πως δεν θα ξαναπεράσεις αυτό το κατώφλι, αλλά το σκουπίζεις όπως κάθε μέρα όλα αυτά τα χρόνια, γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, και γιατί κάποιοι θα το διαβούν αύριο για ν’ αγοράσουν ένα πακέτο τσιγάρα, κι ας δουλεύει άλλος το μαγαζί με τα ψιλικά και τις χρωματιστές εφημερίδες. Ξέρεις πως δεν θα ξαναδείς αυτά τα μάτια, αλλά γι’ αυτά γράφεις αυτό το ποίημα απόψε, γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, γιατί έτσι γινότανε πάντα με τα ποιήματα, και γιατί θα τα ξαναφιλήσεις κι εσύ, κάποτε, αυτά τα μάτια, μέσα από τα φιλιά κάποιου άλλου, αυτού που θα μείνει. Κι έπειτα εσύ, ο ποιητής, ο έμπορος, ο ψαράς, ο μπαξεβάνης, ο δάσκαλος, αχ! όλοι μαζί, θα συναντηθείτε, κρύες σκιές, κρύες σκιές, μαζί μ’ άλλους τόσους κι άλλους τόσους κι άλλους τόσους, και θα πάρετε ο ένας φωτιά από το τσιγάρο του άλλου, και η καύτρα θα φεγγίζει σαν μικρός φάρος, και οι βάρκες θα έρθουν και θα σας πάνε με μουσκεμένα μπατζάκια στη λάντζα, κι εκείνη θα σας φέρει ατάιστους στο πέλαγος, με τα χείλια να λένε ονόματα και να παρακαλάνε για νερό, και μετά το νερό θα πει, «Νά ’μαι», και θα σας πάρει μ’ ένα ρούφηγμα όλους στην αγκαλιά του, και θα σας σφίγγει, θα σας σφίγγει όπως ξέρει να σφίγγει το νερό, και κάποιους θα σας ξεβράσει έξω, κι άλλους —τον ποιητή, τον έμπορο, τον ψαρά, τον μπαξεβάνη, τον δάσκαλο— θα σας κρατήσει εκεί χαμηλά, εκεί βαθιά, ν’ ανάβετε ο ένας το τσιγάρο του άλλου με την ίδια πάντα πεινασμένη καύτρα. [§] Δανείζομαι μία καταχώριση από το βιβλίο του Μιχάλη Μητσού, Οι Ιστορίες θα μας σώσουν. Ένα Ημερολόγιο του 2014 (εκδόσεις «Πόλις»). Την Πέμπτη 3 Ιουλίου. Γράφει ο Μητσός: [§] Να ένας ωραίος χαρακτηρισμός. Ούτε «λαθρομετανάστες», που είναι προσβλητικό, ούτε «παράτυποι μετανάστες», που ακούγεται πολύ correct. Ζόμπι. Μία λέξη, πέντε γράμματα, που τα λέει όλα. Ζωντανοί νεκροί, ούτε ζωντανοί ούτε νεκροί. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις, έτσι όπως είναι στοιβαγμένοι στις βάρκες, αν αναπνέουν ή όχι. Εξωγήινα και τερατώδη όντα, που έρχονται να κλέψουν τις δουλειές μας και να μας ρουφήξουν το αίμα. Φυγάδες και εισβολείς ταυτόχρονα. Ο όρος ανήκει στον Χανίφ Κουρέισι, τον εξήντα δύο ετών Βρετανό συγγραφέα πακιστανικής καταγωγής που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε από σενάρια όπως το Ωραίο μου πλυντήριο και βιβλία όπως ο Βούδας των προαστίων. «Ζόμπι είναι οι πρόγονοί μου», λέει σε συνέντευξή του στη La Repubblica. «Είμαστε εμείς, προτού ενσωματωθούμε. Σχεδόν όλοι έχουμε υπάρξει μετανάστες, στην ιστορία κάθε ευρωπαϊκής οικογένειας υπάρχει ένας πατέρας ή ένας παππούς που έφυγε πάμφτωχος με κατεύθυνση έναν Βορρά πιο πλούσιο και ελπιδόφορο». Για τον Κουρέισι, πίσω από τη στάση των Δυτικών πολιτών και Μέσων ενημέρωσης απέναντι στους μετανάστες βρίσκεται πρώτα απ’ όλα η οικονομική κρίση: όταν υπάρχει κρίση, ο κόσμος αναζητεί έναν αποδιοπομπαίο τράγο, και ο μετανάστης είναι ένας ιδανικός ένοχος: έρχεται από μακριά, μιλά μιαν άλλη γλώσσα, είναι πεινασμένος, βρόμικος, κατεστραμμένος. Ένα ζόμπι, δηλαδή. Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία έρχονται μετά, αφυπνίζονται από την κρίση και τον λαϊκισμό. Έτσι συνέβαινε πάντα. Όταν ήταν μικρός, τα ζόμπι και οι εξωγήινοι στο Λονδίνο ήταν οι μετανάστες από το Πακιστάν και το Μπανγκλαντές. Τώρα είναι οι απελπισμένοι από το Σουδάν. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Δεν είναι μόνο η κρίση και ο ρατσισμός (ο οποίος, παρεμπιπτόντως, υπήρχε πάντα, με κρίση ή χωρίς, και θα συνεχίσει να υπάρχει). Είναι και η δική μας αδιαφορία, ημών των «υγιών» και απροκατάληπτων, η ανία με την οποία αντιμετωπίζουμε τα θέματα των «Τριτοκοσμικών». Είναι αυτό που λέει ο πατέρας Ζεράι: «Οι θάνατοι των μεταναστών που προσπαθούν να φτάσουν στην Ευρώπη είναι το προϊόν μιας άρρωστης σχέσης ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο του πλανήτη». Ο Μούσι Ζεράι γεννήθηκε το 1975 στην Ασμάρα, που ανήκε τότε στην Αιθιοπία και σήμερα είναι πρωτεύουσα της Ερυθραίας. Όταν ήταν εφτά ετών, ο πατέρας του συνελήφθη από τη μυστική αστυνομία, αλλά τους δωροδόκησε και κατάφερε να διαφύγει στην Ιταλία. Εκείνα τα χρόνια ήταν πιο εύκολο να κάνεις κάτι τέτοιο. Ο Ζεράι τον ακολούθησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αλλά ο πατέρας του είχε πια ξαναπαντρευτεί και δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τα παιδιά του. Χάρις σ’ έναν Βρετανό ιερέα, απέκτησε άδεια παραμονής. Και ύστερα ανακατεύτηκε με τους Scalabrinians, μια θρησκευτική οργάνωση που βοηθά τους μετανάστες. Δούλεψε πολλά χρόνια μαζί τους, οργάνωσε διαδηλώσεις, ασκούσε πίεση στους γραφειοκράτες των Βρυξελλών. Την τελευταία φορά που επισκέφτηκε την Ερυθραία για να αποχαιρετήσει τη γιαγιά του που τον είχε μεγαλώσει, άφησε τον αριθμό του τηλεφώνου του σε μερικούς φίλους της οικογένειας. Εκείνοι τον έδωσαν σε άλλους, και σύντομα ο Ζεράι άρχισε να δέχεται τηλεφωνήματα από Ερυθραίους στη Λιβύη, το Σουδάν, την Αίγυπτο. Ήταν πια ο άνθρωπός τους, ο ήρωάς τους, ο σωτήρας τους. Το τηλέφωνό του είναι γραμμένο στους τοίχους των φυλακών στη Λιβύη. Όταν εκατοντάδες μετανάστες θαλασσοπνίγονταν τον περασμένο Οκτώβριο σε ένα από τα τρομακτικότερα ναυάγια έξω από τη Λαμπεντούζα, αυτόν τον αριθμό έγραψε μια γυναίκα στον τοίχο μιας καμπίνας. Πίστευε πραγματικά ότι ο πατέρας Μωυσής μπορούσε να τους σώσει. Όσοι ναυαγούν στο πέρασμα από τη Λιβύη προς την Ιταλία τηλεφωνούν συνήθως στον Ζεράι, ο οποίος καταγράφει τις συντεταγμένες τους και ειδοποιεί τις ιταλικές Αρχές. Όταν δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο, βγαίνει στην τηλεόραση και καταγγέλλει τους υπευθύνους, ή τέλος πάντων εκείνους που αυτός θεωρεί υπευθύνους. Σύμφωνα με την ιταλική ακτοφυλακή, έχει βοηθήσει στη διάσωση τουλάχιστον 5.000 ανθρώπων. Αλλά η κατάσταση χειροτερεύει συνεχώς. Αυτό που προτείνει ο ίδιος είναι να ανοίξει η Ευρώπη έναν «ανθρωπιστικό διάδρομο» —όπως γίνεται συνήθως για τη διάσωση των αμάχων από πολεμικές ζώνες— ώστε να μην είναι αναγκασμένοι οι μετανάστες να στηρίζονται στους λαθρεμπόρους. Θα πρέπει επίσης η Ευρώπη να ανοίξει τις πρεσβείες της στη Λιβύη και το Σουδάν σε όσους ζητούν άσυλο. Για απελπισμένους ανθρώπους μιλάμε, σε τελευταία ανάλυση. Όχι για ζόμπι. [§] Σήμερα ξεκινήσαμε τη συνεργασία στην εκπομπή με τον Ευτύχη Βαρδουλάκη, έκατσε μία ώρα στο τηλέφωνο, ήταν όπως πάντα σπουδαίος και σοβαρός και στιβαρός. Μετά παίξαμε τραγούδια, είπαμε για κάτι ταινίες που είδαμε στο βίντεο, κλείσαμε, ήρθαμε στο σπίτι αφού περάσαμε για δυο λεπτά από το Νερό που Καίει, ταΐσαμε τον Α., φάγαμε κι εμείς από δυο φέτες τυρί του τοστ, πιάσαμε τα βιβλία μας και μείναμε να κοιτάμε ο καθένας τη δικιά του λέξη. Και ίσως το δικό του όνομα. Γιατί έτσι πρέπει να γίνεται — μάλλον.


Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Κυριακή, 19 Απριλίου 2015 Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά