Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Σήμερα είναι μία από κείνες τις μέρες, I guess. Ξεκίνησα το βιβλίο, άνοιξα ένα καινούριο αρχείο στο Word, έγραψα το όνομά μου, από κάτω έγραψα τον τίτλο, από κάτω του έγραψα με κεφαλαία: ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ και από κάτω κι απ’ αυτό έγραψα 2015, και μετά διαμόρφωσα το έγγραφο, κανόνισα τα μεγέθη των γραμμάτων, τα κέντρα και τις αποστάσεις, τα ’κανα όλα σωστά και όπως πρέπει, έπειτα πήγα στη δεύτερη σελίδα του εγγράφου, έγραψα 1 και από κάτω τον τίτλο του πρώτου Κεφαλαίου, και από κάτω και από αυτά τις δύο πρώτες αράδες του βιβλίου, και μετά έσβησα το 1 γιατί ο τίτλος —όπως κι εδώ, στο Ημερολόγιο—, ή μάλλον οι τίτλοι των Κεφαλαίων είναι ημερομηνίες (του πρώτου Κεφαλαίου είναι Τετάρτη, 15 Απριλίου), οπότε λοιπόν δεν χρειάζονται αρίθμηση (δεν το ’χα σκεφτεί από πριν: ανοησία, φάουλ), και έκανα ακόμη λίγη μορφοποίηση στο έγγραφο και το ξανακοίταξα όλο και το βρήκα σωστό, αλλά πριν απ’ όλα αυτά, το πρωί, είχα πολλές μικροδουλειές και τα σχετικά με το καινούριο βιβλίο τα έκανα το μεσημέρι, μετά τις 12, και ήμουν ήδη, όχι κουρασμένος, αλλά κάπως ξεφουσκωμένος, πάντα θέλω να ξεκινώ να γράφω νωρίς το πρωί, έχοντας μόνο δει την αλληλογραφία μου στα πεταχτά, τίποτε άλλο, απολύτως τίποτε άλλο, οτιδήποτε άλλο επιχειρώ ή μου επιβάλλεται να κάνω καταφέρνει με τον τρόπο του και μου αποσπά την προσοχή, μπορώ να δουλεύω ή να γράψω μια κριτική, ας πούμε, ή οτιδήποτε άλλο, αλλά όχι το βιβλίο, όχι το βιβλίο μου, είναι μια ψυχαναγκαστική εμμονή αυτό, ή τέλος πάντων μια συνήθεια από την οποία δεν μπορώ να ξεφύγω εύκολα, παρά ταύτα έκανα ότι άλλαξαν τα πράγματα πλέον, άλλωστε όλα έχουν αλλάξει, όλα, ότι τάχα μπορώ και πρέπει να το κάνω, να δουλέψω δηλαδή, να αρχίσω το βιβλίο, να γράψω τις 2.000 λέξεις μου, αλλά μου τηλεφώνησε ο Η. μετά, κατά τις 2 νομίζω, και μου ’βαλε μια δουλειά για το περιοδικό, και θα χρειαστώ όλη την αυριανή ημέρα, δηλαδή τη σημερινή, για να την κάνω, οπότε το βιβλίο πάει για την Παρασκευή τώρα, μία ημέρα μετά το πρόγραμμα που είχα καταρτίσει τον Ιανουάριο (είχα πει: Ξεκινώ στις 16 Απριλίου το βιβλίο), οκέι, μικρό το κακό, αρκεί πάντα να τελειώσω 31 Μαΐου, να μην μπω στον Ιούνιο, άλλωστε μιλάμε για μικρό βιβλίο πάλι, δεν είμαι πια σε θέση για μεγάλη φόρμα, αλλά είναι ένα κακό αυτό που δεν χρειάζεται να με ρίχνει, έτσι κι αλλιώς —δηλαδή είτε μικρό είτε μεγάλο— το βιβλίο τα ίδια θα πουλήσει (και τα ίδια θα σημαίνει για την Ιστορία της Πεζογραφίας — αστειεύομαι), εφόσον εκδοθεί δηλαδή, γιατί πάντα υπάρχει κι αυτό το ενδεχόμενο, σωστά; που είναι και το βασικό, για να μην πω το βασικότερο όλων, πάνω και από το ίδιο το γράψιμο, να εκδοθεί, και κατόπιν να βγάλει τα έξοδά του (έξοδα παραγωγής του σελιδοποιημένου αρχείου, εκτύπωσης, βιβλιοδεσίας, διάθεσης, διακίνησης, εμπορίας, διαφήμισης, ποσοστό παγίων λειτουργικών εξόδων της εκδοτικής εταιρείας που του αναλογεί, όλα αυτά), αυτά τα δύο είναι τα πιο βασικά, η έκδοση και η απόσβεση του κόστους, το γράψιμο είναι μια αναγκαία, μια αναγκαστική διαδικασία, χωρίς καμία χάρη, χωρίς καμία ανταπόδοση, χωρίς τίποτα, χωρίς καν πρωτεία. [§] Είχα γράψει κάτι συμβουλές προς νέους συγγραφείς πέρυσι, στο Facebook, μετά μου το ζητούσανε εκείνο το ποστ κάποια παιδιά, αλλά πού να το βρω με τόσα στάτους που ανεβάζω, τέλος πάντων κάποιος από όλους αυτούς (άγνωστός μου) έψαξε στη Σελίδα μου και το βρήκε και μου το ’στειλε, οπότε το έσωσα κι εγώ σ’ ένα αρχειάκι, και νά το — έχει πλάκα βέβαια να δίνω εγώ συμβουλές σε συγγραφείς, συγγραφέας που έχει όριο τις 2.000 πωληθέντα αντίτυπα, κι αυτό μια-δυο φορές όλες κι όλες, η Κόκκινη Μαρία, φέρ’ ειπείν πούλησε τα μισά απ’ αυτά (και είχε μία, μία μόνο κριτική — αρνητικό ρεκόρ πασών των εποχών, δεν έγραψαν καν οι φίλοι στα σάιτ, στα ιστολόγια —τι λέξη…—  και στις εφημερίδες, φαντάσου), αλλά τέλος πάντων αυτές ήταν οι συμβουλές μου, κάνω κόπι-πέιστ εκείνο το ποστ: [§] Για να γράψεις, εννοώ: για να γράφεις, συστηματικά και κανονικά, με ωράριο, όχι στη χάση και στη φέξη, δηλαδή για να κάνεις μια από τις πιο δύσκολες χειρωνακτικές εργασίες (η συγγραφή είναι χειρωναξία, λυπάμαι αν σου είπαν το αντίθετο), φρόντισε τα παρακάτω: 1. Να είσαι ξεκούραστος, να έχεις φάει (αλλά όχι πολύ -- εντέλει: να μην πεινάς), να 'χεις πιει (νερό και τα συναφή, ποτέ αλκοόλ), να μην έχεις έγνοιες και προβλήματα, οικονομικά, επαγγελματικά, συναισθηματικά. Η συγγραφή σε θέλει απερίσπαστο, σε θέλει ΕΚΕΙ, και «εκεί» σημαίνει απάνω της, σαν φαντάρος που ορμά σε όρυγμα, σε εχθρική φωλεά πολυβόλου, όχι με σπουδαιοφανές ύφος εντομολόγου που παρουσιάζει άλλη μια πεταλουδίτσα. Θυμήσου ότι δεν είσαι καταραμένος συγγραφέας, δεν ζεις στο Παρίσι και δεν είναι Μεσοπόλεμος. 2. Να γράφεις με ωράριο, και να το τηρείς απαρεγκλίτως. Χωρίς Σάββατο και Κυριακή. Αλλά όχι μία ώρα μόνο: δύο μίνιμουμ, 6 μάξιμουμ. Ακόμη καλύτερα, γράφε με όριο λέξεων κάθε μέρα: αλλά όχι μοναχά 100 και 200, εκτός αν έχεις θέσει ταβάνι τις σελίδες τού «Μικρού Καουμπόη». Φρόντισε να έχεις στο τσεπάκι τις 2.000. Για αρχή, όμως, οι 1.000 είναι καλές: οι λιγότερες δεν είναι καλές. 3. Να ξέρεις από πριν τι θέλεις να γράψεις και whodunnit, μην αυτοσχεδιάζεις: οι ήρωες και οι καταστάσεις που βιώνουν είναι δικά σου, δεν είναι του γείτονα. Αυτό το «Αφήνω τους χαρακτήρες του βιβλίου μου να αυτενεργούν» σ' το ψιθυρίζουν οι εχθροί σου, άνθρωποι που δεν σε συμπάθησαν ποτέ. 4. Να γράφεις με πυκνότητα και χωρίς επιρρήματα και επιθετικούς προσδιορισμούς, εκτός και αν απειλούν τη ζωή σου. Μην πλατειάζεις, να θεωρείς την κάθε λέξη στο βιβλίο σου κεντρική, μείζονος σημασίας, εκ Θεού. Οπότε: το 'χουν όλες αυτό το χαρακτηριστικό; Όχι; Όχι. Ωραία, σβήσ' τες -- και, κυρίως, μη τις γράφεις. Μόνο στα πρωινάδικα πλατειάζουν, γιατί οι υπέργηροι τηλεθεατές δεν προσέχουν τι λέγεται, κοιτούν απλώς τα κορίτσια με τα εσώρουχα. 5. Να γράφεις «είπε», και μόνον «είπε». Άντε και κανένα «απάντησε». Εκτός και αν απειλούν τη ζωή σου. 6. Να γράφεις γραμμικά, απόφευγε τα χρονικά πίσω-μπρος. Άσ' το αυτό, είναι για πιο μετά, ας πούμε για μετά τα 75 σου, όταν βγεις στη σύνταξη και εφόσον δεν είσαι λάτρης της αθλητικής ειδησεογραφίας -- οπότε καλύτερα ασχολήσου με την μπάλα γενικώς και την ομάδα σου ειδικώς. 7. Να διαβάζεις Bell, Bell, Bell: είναι μεγάλο σχολείο, και το μόνο σχολείο. Οι μεγάλοι συγγραφείς δεν είναι δάσκαλοι. Και σίγουρα δεν είναι δάσκαλοι για σένα. Κι αν διάβασες κάπου ότι ο τάδε επηρεάστηκε από τον Μούζιλ, φέρ' ειπείν, θυμήσου ότι ο τάδε είναι μεγάλος συγγραφέας και του πήρανε συνέντευξη. 8. Να μην περιγράφεις όνειρα. Εκτός και αν απειλούν τη ζωή των παιδιών σου. 9. Να μην ξεχνάς ότι ο Εσωτερικός Μονόλογος είναι ο #1 εχθρός σου, και θέλει να σε δει πίσω από τα κάγκελα μιας σκληρής φυλακής, κατηγορούμενο για παιδεραστία. 10. Να διαβάζεις, να διαβάζεις, και κατά βάσιν να διαβάζεις: η συγγραφή είναι ο πασατέμπος για τον ελεύθερο χρόνο του βιβλιόφιλου. [§] Σήμερα, από ειδήσεις, επειδή είναι μία από κείνες τις μέρες, I guess, κι έχω νεύρα, και όλα μού φταίνε, και δεν θέλω και πολλά, δεν είδα τίποτε, απολύτως και εντελώς τίποτε, απλώς οσμίζομαι πως άλλοι δυο-τρεις, άντε τέσσερις συμπατριώτες μου μάθανε πως θα χρεοκοπήσουμε, θα πάμε στη δραχμή, η όποια κυβέρνηση θα είναι αυταρχική-εθνικοσοσιαλιστική με κομουνιστική εσάνς, θα ζούμε αλά Αλβανία επί καθεστώτος, και πέσανε απ’ τα σύννεφα με ένα ηχηρό γκντουπ, ένα γκντουπ που ακούστηκε δυνατά κι έκανε τα τζάμια σ’ όλα τα σπίτια να τρίξουν. Απομένουν άλλα δέκα-έντεκα εκατομμύρια, ή κάτι τέτοιο, για να το μάθουν και οι υπόλοιποι. [§] Θα δούμε μία ταινία τώρα, είναι 23:30. Φάγαμε σαλάτα για βράδυ, ο Α. κοιμάται στα πόδια μας.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015 Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά