Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Σήμερα (ή, κατά τον τίτλο, χθες) τελείωσα το ομορφότερο και βιαιότερο βιβλίο που διάβασα εδώ και πολύ καιρό, το Πόλεμος και πόλεμος του Λάσλο Κρασναχορκάι, που έβγαλε η «Πόλις» σε σπουδαία μετάφραση Ιωάννας Αβραμίδου, ένα βιβλίο που διάβαζα για κοντά εφτά μέρες, λίγο-λίγο, σαν από φόβο, τόσο σαν φόβο, μάλλον, μην τυχόν και δεν μου αρέσει —γιατί το περίμενα με πάθος και το διαφήμιζα δεξιά-αριστερά καιρό τώρα και είχα μιαν έγνοια μην τυχόν και είχα πέσει έξω: ανόητη έγνοια—, όσο και από φόβο καθαυτόν: από φόβο απέναντι στις λέξεις του Κρασναχορκάι, στη Βαβέλ των προτάσεών του, στους πύργους των φράσεών του, στις μεγάλες αποστάσεις που καλύπτουν, τρέχοντας και κουτρουβαλώντας προς τα πάνω, ολοένα προς τα πάνω, πριν κατακρημνιστούν στα χάη που άνοιξαν οι ίδιες, διαρκώς αυτοσυντριβόμενες και ολοένα επαναγεννημένες, από φόβο απέναντι στις αλυσιδωτές συστοιχίες λέξεων του Κρασναχορκάι που σκαρφαλώνουν και γκρεμίζονται, πετούν και καταρρίπτονται («…οι φράσεις ήταν καλά δομημένες, οι λέξεις, τα σημεία στίξης, οι τελείες, τα κόμματα, όλα ήταν ωραία τοποθετημένα, κι ωστόσο […] όλα όσα συνέβαιναν στο τελευταίο μέρος μπορούσαν να συνοψιστούν σε μια λέξη: κατάρρευση […] γιατί οι φράσεις έμοιαζαν να τρελάθηκαν, μόλις άρχιζαν, ανέπτυσσαν αμέσως υψηλότερη ταχύτητα, ανασκουμπώνονταν και έπιαναν να τρέχουν με ξέφρενη ταχύτητα […] η γλώσσα εξεγειρόταν, έπαυε να εκπληρώνει την αρχική της λειτουργία, άρχιζε μια φράση και δεν ήθελε πια να σταματήσει […] μια ατέλειωτη φράση που κοπίαζε να είναι όσο πιο ακριβής και υποβλητική μπορούσε, ανατρέχοντας σε όσα η γλώσσα επέτρεπε και δεν επέτρεπε […] σαν ένα παζλ που η λύση του ήταν ζωτικής σημασίας […] ήταν σαν κάθε φράση […] να ήταν ζωτικής σημασίας, σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου» — σσ. 262-63), λέξεις και συστοιχίες και καλά κρυμμένες φωλεές λέξεων που δείχνουν πράγματα τρομακτικά, φρικώδη, πράγματα της απελπισίας και του χαμού, που τη μια τα καταλαβαίνεις και τα κάνεις κτήμα σου, και την άλλη τα ξεχνάς, σου διαφεύγουν, παραλλάσσουν και μασκαρεύονται ξανά και ξανά και ξανά, σε ένα διαρκές παιχνίδι νοημάτων φτιαγμένων από ένα αρχετυπικό, πλην τόσο ταπεινό, κρεμμύδι, που κρύβει μέσα του και αποκαλύπτει πάντα, και ξαναθάβει αμέσως μετά, μια ή περισσότερες επικίνδυνες αλήθειες, αλήθειες που είναι και δεν είναι προφανείς, που τις έχεις ή δεν τις έχεις ξανακούσει ή ξανασκεφτεί, μα δεν έχει σημασία αυτό, δεν χρειάζεται καν να το καταλάβεις, ή να το καταλάβεις απολύτως, ή να είναι «ορθό» («…η ορθότητα ενός συλλογισμού, όσο αξιοσημείωτη κι αν είναι, δεν εξαρτάται από την ακρίβεια ή την ανακρίβειά του […] αλλά από την ομορφιά του […] αυτή η ομορφιά είναι που μας κάνει να πιστέψουμε στην ακρίβειά του» — σ. 25), κι όλα αυτά ενώ ξέρεις, ενώ έχεις σιγά-σιγά μάθει πως στο τέλος τίποτε δεν μπορεί να έχει νόημα, πραγματικό νόημα, νόημα που να μπορέσει να επηρεάσει τη ζωή σου («…εάν απέμενε να διατυπωθεί μια μόνο πρόταση ακόμα, εγώ θα τη διατύπωνα ως εξής, αγαπητή μου δεσποινίς: όλα αυτά δεν έχουν νόημα, κανένα απολύτως νόημα — αλλά απομένουν ακόμα πολλές προτάσεις να διατυπωθούν, κι αρχίζει να χιονίζει» — σ. 200), κι ενώ, ακριβώς επειδή διαβάζεις ένα τέτοιο βιβλίο, αυτό το βιβλίο, σου έρχεται μια διάθεση να το παρατήσεις ή να παρατήσεις τα πάντα, να παρατήσεις αίφνης τη δουλειά σου ή τη συναναστροφή με το συρμό, ή να παρατήσεις όλα τα άλλα απλώς και μόνο για να συνεχίζεις να το διαβάζεις («…καμιά φορά έχω διάθεση να σταματήσω τα πάντα, να εγκαταλείψω τα πάντα, γιατί κάτι σπάει μέσα μου, και νιώθω κουρασμένος» — σ. 174), ή, ακόμη χειρότερα, ενώ φοβάσαι μην τελικά έξω έχει σκοτάδι, κι ας λέει το ρολόι, ή ας έλεγε πέντε λεπτά μόλις πριν, ότι ήταν μέρα, κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί πως πέρασαν μόνο πέντε λεπτά και όχι πέντε ώρες ή πέντε μέρες, ίσως τελικά έξω να είναι πια σκοτεινά («…σκέφτομαι πως δεν υπάρχει τίποτε μετά […] θα πέσει πυκνό σκοτάδι, θα γίνει μια μεγάλη διακοπή ρεύματος, και μετά ακόμα κι αυτό το μεγάλο σκοτάδι θα σβήσει» — σ. 149), ενώ φοβάσαι, τελικά συνεχίζεις και συνεχίζεις, έστω και με φόβο, έστω και παρεμβάλλοντας τη ζωή σου απ’ ανάμεσα, συνεχίζεις διαβάζοντας γρατσουνισμένος («…το χειρόγραφο ενδιαφερόταν μόνο για ένα πράγμα: να περιγράψει τη μέχρι τρέλας περίπλοκη πραγματικότητα, να εντυπώσει στον φαντασιακό του αναγνώστη τις σκηνές με παραληρηματικές λεπτομέρειες και επαναλήψεις, με τρόπο που άγγιζε τα όρια της ψύχωσης, ήταν ως εάν ο συγγραφέας […] να είχε χρησιμοποιήσει, αντί για στιλό και λέξεις, τα νύχια του, για να χαράξει τα πράγματα στο χαρτί και στον φαντασιακό του αναγνώστη , γιατί, παρόλο που η συσσώρευση των λεπτομερειών, των επαναλήψεων και των εμβαθύνσεων καθιστούσε την ανάγνωση δυσχερή, ωστόσο όλα όσα αναλύονταν, επαναλαμβάνονταν, περιγράφονταν σε βάθος, παρέμεναν χαραγμένα για πάντα στο μυαλό […] αυτή η επανάληψη δεν δημιουργούσε εκνευρισμό, άγχος ή ανία στον αναγνώστη, όχι, αντιθέτως του πρόσφερε ένα καταφύγιο» — σ. 233) και μένοντας εντέλει, κατά κάποιον τρόπο, ευτυχής, με έναν παιδικό τρόπο ευτυχής, όταν το τελειώνεις. [§] Νομίζω πως ο Λ.Κ. δεν είναι ένας άλλος Μπέρνχαρντ ή Μούζιλ, αλλά ο Κάφκα του καιρού μας. Και, όπως διαβάσαμε εκ των υστέρων εκείνον, καλούμεθα να διαβάσουμε in real time αυτόν. Ίσως, δε, καλούμεθα να τον διαβάσουμε  πριν να είναι αργά. [§] Το βιβλίο ξεκινά το 1997, και τελειώνει πέντε χρόνια πριν, με θανάτους πάντα, ή με έναν διπλό θάνατο, τον θάνατο του ίδιου ανθρώπου, του αφηγητή και αφηγουμένου Κόριμ ή, αν θέλουμε, του ίδιου τού Λ.Κ. ως αφηγητή, ως μυθιστοριογράφου. Αλλά στο μεταξύ έχουμε (εννοώ, πριν τον δεύτερο, ή πρώτο χρονολογικά, θάνατο) επισκεφτεί τη μινωική Κρήτη, την Κολωνία του 1869, τη Βενετία του 1423, την Αγγλία του 122, το Γιβραλτάρ του 1493, τη Ζυρίχη του 1997, τη Βαβέλ του βιβλικού Νεμρώδ, αλλά φυσικά, και κυρίως, τη Νέα Υόρκη πάλι του 1997, μια πόλη «πετρωμένη μέσα στην ελπίδα», μια πόλη με πολλούς Πύργους που ξύνουν τον ουρανό, και με πελώρια, πελώρια αδυναμία επικοινωνίας — αλλά και το αντίθετο. Το βιβλίο ξεκινά και τελειώνει, μεν, αλλά ο πόλεμος (αυτή η αιώνια ανθρώπινη κατάσταση) συνεχίζεται. [§] Σπουδαίο βιβλίο. Σπουδαίο. Ένα βιβλίο λεκτικού τρόμου. [§] Δεν το ήξερα, και το έμαθα διαβάζοντας το επιλογικό Μέρος του βιβλίου: ένα κομμάτι από εδώ δανείζει ο Λ.Κ. στον άντρα που έρχεται να αγοράσει παλίνκα, ρακή, από τον αμαξά στο Άλογο του Τορίνο. Δάκρυσα όταν το κατάλαβα: όταν είδα αυτό το διπλό έργο, του Λ.Κ. και του Μπέλα Ταρ, να συναντιούνται και να χύνεται το ένα μέσα στο άλλο. Και επειδή το μονόλογο αυτόν τον είχα ξεχωρίσει (ξεχωρίζει από μόνος του, βέβαια) όταν είδα το φιλμ, και με είχε στοιχειώσει σχεδόν όσο και τα πλάνα του διαβολικού αγγέλου, του Μπέλα Ταρ. [§] Γνώρισα μάλλον αργά τη Μάγδα Κοτζιά, εννοώ τη γνώρισα στην Αθήνα, εδώ πάνω λίγο μόνο την ήξερα, και κυρίως το βιβλιοπωλείο, όχι τις εκδόσεις, με τις εκδόσεις συνεργάστηκα πολύ μετά, αρχές τού ’87 και για περίπου τρία χρόνια, τα χρόνια που γνώρισα τους μισούς πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους περί το βιβλίο σε όλη την Αθήνα (τους άλλους μισούς τούς γνώρισα μετά, ή και σχεδόν παράλληλα για ένα διάστημα, από τότε που άρχισε να εκδίδει ο Παπαγιώργης και μετά), κυρίως όμως: γνώρισα εκείνην, και όλοι όσοι την έχουν γνωρίσει ξέρουν πως εκείνη αρκούσε: ήταν τα πιο ζεστά, φωτεινά, σκοτεινά μάτια που είχες δει, και περιπαιχτικά, και μια στάλα ειρωνικά, και η πιο ωραία βραχνή φωνή που θα ’θελες ν’ ακούσεις ένα καλοκαιρινό μεσημέρι καθημερινής στην Αθήνα, με τα τσιμέντα να βράζουν και με τα τσιγάρα στο πακέτο σου μετρημένα. Στον πρώτο όροφο της Διδότου με Ζωοδόχου Πηγής ήπια επίσης το πιο πολύ αλκοόλ εν ώρα υπηρεσίας, με κόσμο πολύ και πολύ καλό, με αυτοσχέδια τραπεζομάντιλα (τυπογραφικά φύλλα που απλώνονταν πάνω στα γραφεία και στα δοκίμια, σαλάμι και κασέρι και ούζο και μπίρες και ουίσκι από πάνω, ο Κεμάλ, το λυκόσκυλο τού Θ., να τρώει από το χέρι μου πριν τον πάω βόλτα στου Στρέφη), και κόσμος πολύς, πολύς και πολύ καλός, που άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο όλοι τους άφησαν το σημάδι τους και μας διαμόρφωσαν, και δεν χόρταινα να τους βλέπω, να τους ακούω και να τσουγκρίζω το ποτήρι μου μαζί τους. Δούλεψα καλά στον «Εξάντα», πέρασε ο καιρός, η Μάγδα δεν ήθελα να πάω υπάλληλος, ήθελε να 'μενα εκεί, σε κείνην, εγώ είχα σχέδια (που δεν ευοδώθηκαν ποτέ) άλλα και πήγα κι έγινα κι έμεινα μια εικοσαετία εκεί, θα πω άλλη μέρα γι’ αυτά, πικραθήκαμε λίγο τον πρώτο καιρό, μετά μας πέρασε, συναντιόμασταν απέναντι, στο καφενείο των φιλίππων, για λίγο, όσο ένα πεντάρι κονιάκ, έπειτα πάει. Πάει. Τέλος. Μείναν τα βιβλία της, αλλά τι να το κάνεις. Και έμεινε και το βλέμμα της, βέβαια, η ματιά της. Αυτό έμεινε επίσης, και αξίζει πιο πολύ. Αιωνία της η μνήμη. [§] Νομίζω ότι, οδηγώντας το κάρο προς την Έξοδο, βγήκαμε και ξαναμπήκαμε στο Σένγκεν σήμερα. Αλλά δεν βάζω και το χέρι μου στη φωτιά. [§] Σήμερα επίσης τελειώσαμε εμείς εδώ στο σπίτι το μοσχαράκι της Κυριακής. Αύριο δεν είπαμε τι θα φάμε. [§] Και τετρακόσια σώματα σπάραξε σήμερα η θάλασσα, τα σπάραξε ο πόλεμος, τετρακόσιααυτός ο ασταμάτητος, ασταμάτητος πόλεμος.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τρίτη, 14 Απριλίου 2015 Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά