Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Με την ολοένα πιο καλά εδραιωμένη, μη πω καλά συγκερασμένη, πεποίθηση ότι κάπου ένας στους δέκα χιλιάδες πατριώτες μου συνειδητοποιεί σιγά-σιγά, αλλά με σταθερότητα στάλας που κρέμεται από την ακρούλα της βρύσης, ότι η κυβέρνηση ούτε ηλίθια είναι ούτε να κερδίσει χρόνο θέλει ούτε σκοπό έχει άλλον παρά να απομονώσει διά παντός από τη Δύση τη χώρα (κάλλιο αργά παρά ποτέ, ξέρω τους λόγους που, όχι γουστάρουν να πιστεύουν τα αντίθετα, αλλά που τους επιβάλλεται να πιστεύουν τα αντίθετα, οπότε και δεν τους ψέγω), ας κάτσω να σκεφτώ τι έγινε σήμερα. Δηλαδή χθες. [§] Πρώτα-πρώτα, πέθαναν ο Γκρας και, μάλλον αδόκητα ως πολύ νεότερος, ο Γκαλεάνο, και φυσικά για τον μεν δεύτερο δεν έγραψε τίποτε κανείς, για τον δε πρώτο ξεκίνησαν τα γνωστά οι συριζαίοι («Χάθηκε ένας φίλος της Ελλάδας, αχ!») και τα εξίσου γνωστά οι δυνάμει συριζαίοι («Κατετάγη στη Βέρμαχτ στα δεκαεφτά του όμως, αυτά δεν τα λέτε»). Για να μην τα πολυλογώ, ο Γκρας είναι απολύτως άγνωστος στη χώρα, βιβλίο του έχει να πουληθεί από τον 20ό αιώνα, και ο Γκαλεάνο μόλις τώρα τελευταία (ουσιαστικά, την τελευταία πενταετία) κάπως άρχισε να κινείται, αφότου δηλαδή αγόρασε τα δικαιώματά του ο «Πάπυρος» (πού τον σκέφτηκαν, ειλικρινά εκπλήσσομαι ώρες-ώρες με τις επιλογές κλασικών εκδοτικών που χάθηκαν για μια γενιά και τώρα προσπαθούν να εκμοντερνιστούν). Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τους σκεπάσει. [§] Κατά δεύτερον, ο Σορεντίνο, μετά την επιτυχία της Τέλειας ομορφιάς (πόσο ανόητη μετάφραση και αυτού του τίτλου...) γύρισε αγγλόφωνο φιλμ, αλλά πολύ χαμηλότερου προϋπολογισμού — εκτός κι αν όλα τα λεφτά πήγαν στον Μάικλ Κέιν, που τον είδα στο τρέιλερ της «Νεότητας» να προσπαθεί να παίξει, ή να μιμηθεί τέλος πάντων, τον Τόνι Σερβίλο. Θα το δούμε, όταν και όποτε. [§] Τι άλλο;... [§] Α! ήταν η δεύτερη μέρα η σημερινή που δεν ανάψαμε κάποιο θερμαντικό: ούτε τη σόμπα του γκαζιού (που άλλωστε δεν έχει γκάζι, η φιάλη σώθηκε την Παρασκευή), ούτε το ηλεκτρικό σώμα λαδιού, ούτε το άλλο με τις αντιστάσεις, που δεν θυμάμαι πώς το λένε. Ο καιρός ζέστανε. Ναι. Δόξα τω Θεώ. Επίσης —σχετικό κι αυτό με τον καιρό— από προχθές (αλλά λησμόνησα να το πω), και λόγω των εορτών του Πάσχα που έφεραν ορθοδόξους τουρίστες στην πόλη, Σέρβους, Βουλγάρους, Μακεδόνες, ξεκίνησαν βόλτες τα τρία καραβάκια, που τα παίρνεις μπροστά από τον Λευκό Πύργο και σου κάνουν ένα μικρό τουρ στο μυχό του Θερμαϊκού. Τα καλοκαιρινά βράδια έχουν και μουσική, σκυλάδικα ή ξένα, μουσική για κλαμπ, και, μολονότι όλο αυτό είναι ανυπόφορο, πουλάει πολύ: η Ελλάδα είναι μπουζούκια και Μύκονος, κι αυτό μοναχά θα είναι πάντα. Σίγουρα, τέλος πάντων, μέχρι να πεθάνω και να ξεχαστώ εγώ, και μέχρι να πεθάνεις κι εσύ, φίλε που τυχόν με διαβάζεις. Και για καναδυό γενιές μετά. Μπουζούκια. Και Μύκονος. (Γιατί, αν δεν θυμάσαι, παίξαμε κάποτε — και χάσαμε). [§] Επίσης εδώ και τρεις ακριβώς μέρες, ήρθαν τα χελιδόνια, και επαναδιεκδικούν τα παλιά τους λημέρια, μ' αυτό το απεχθές κρώξιμο, που σε σκιάζει έτσι που πετούν ομαδόν δέκα πόδια πάνω από το κεφάλι σου καθώς βγάζεις το σκύλο σου βόλτα. Συζητήσαμε με την Κ., ξανά, το ενδεχόμενο να βάζαμε μία ψευδοφωλιά στο μπαλκόνι που βλέπει στη θάλασσα, μπας και έρθει κάποια οικογένεια εδώ. Αλλά δεν ξέρω αν το θέλουμε στ' αλήθεια. Ή αν πρέπει. Εν πάση περιπτώσει, δεν θα το κάνουμε. [§] Επίσης, μαζί με τα χελιδόνια, ήρθαν και τα κουνούπια. Το σπίτι γέμισε, και ψεκάζουμε κανονικά. Και πέρυσι είχαμε περάσει πολύ άσχημα εξαιτίας τους. Πρέπει να βάλουμε σήτες, αλλά οι σήτες κάνουν λεφτά. Διάολε. [§] Επίσης σήμερα ένας καθηγητής μαθηματικών και συγγραφέας, γνωστός συγγραφέας, έγραψε στο Facebook: «Αν κρίνω από τη λύσσα με την οποία σήμερα το πρωί προσπαθεί ο Αθήνα 984 να αποδομήσει την κυβέρνηση, συμπεραίνω ότι τα πράγματα πάνε μάλλον καλά για την Ελλάδα. Κανέλλης, Μοσχολιού έχουν δώσει ρέστα. Άρα φοβούνται για τα αφεντικά τους! YES!» Είναι ένα παράλογο στάτους απ' όπου και να το πιάσεις, που με ντροπιάζει. Κυρίως ντροπιάζει τον συντάκτη του βέβαια, τον καθηγητή (προφανώς), αλλά ντροπιάζει και μένα. Μου θυμίζει δικά μου προσωπικά μηνύματα που έτυχε να στείλω, κάτι μικρές ώρες, αφόρητα μεθυσμένος, πριν πολλά χρόνια, σε άτομα που δεν έφταιγαν σε τίποτα να διαβάσουν αυτά που τους έγραφα εκείνες τις μικρές ώρες, όντας αφόρητα μεθυσμένος. Ξέρεις όμως κάτι; Κουβέντες σαν κι αυτήν, κουβέντες δηλαδή γκεσταπίτικες, θα διαβάζουμε, αλλά και θ' ακούμε, όλο και πιο συχνά πλέον. Όλο και πιο συχνά καθώς η χώρα θα απομονώνεται, θα μένει μόνη, απεκδυμένη κάθε δυτικό της στοιχείο, κάθε σύμμαχό της στον πολιτισμένο κόσμο, με ντόπιους φυλάρχους σαν τον γέροντα Τσίπρα (πόσο τον λυπάμαι), σαν τον Καμμένο με τις κλεμμένες πουλάδες στο τζάκετ, σαν την Κωνσταντοπούλου που θα απειλεί φόρα παρτίδα υπαλλήλους βενζινάδικων, σαν τον Κοτζιά που θα ονειρεύεται να κοιμάται γυμνός στην πλατεία του Κρεμλίνου αγκαλιά με την κεφάλα του Λένιν: δηλαδή όσο θα υφαίνεται το σχέδιο που έχει αυτή η εθνικολαϊκιστική, δυνάμει εθνικοσοσιαλιστική, κυβέρνηση: η χούντα που ψηφίσαμε. Θαδιαβάζουμε, αλλά και θ' ακούμεολοένα και περισσότερο πλέον γκεσταπίτικα λόγια. Και θα βλέπουμε το δάχτυλο που δείχνει. Το δείκτη που θα δείχνει. Αυτό θα 'ναι το λόγκο της Νέας Εποχής: ο δείκτης που θα δείχνει. Ο τερατώδης, όχι πια μπαμπουλωμένος την κουκούλα, όχι πια με κόκκινα απ' την ντροπή μάγουλα, δείκτης που θα δείχνει. [§] Μόνη ελπίδα μας να κρυφτούμε στη λογοτεχνία: όχι για να γλιτώσουμε (ο δείκτης που δείχνει είναι μακρύς, και το νύχι του ακόμη μακρύτερο) αλλά για παρηγοριά — για να κοιμηθούμε, να μη βλέπουμε. Η λογοτεχνία μόνο ένα ρόλο μπορεί να παίξει για έναν ενήλικα: αυτόν που παίζει η πιπίλα για τα μωρά.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015 Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά