Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Ήσυχη μέρα, τρίτη ή τέταρτη ανεργίας (αντιθέτως η Κ. είναι από το πρωί στο Κανάλι, και θα δουλεύει όλες αυτές τις ημέρες), δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο αν και έπρεπε, έπρεπε να αρχίσω κάτι, ο χρόνος περνάει και τσαλακώνεται και πετιέται, διαβάζω το Πόλεμος και πόλεμος, ξέροντας πως το διάβασμα δεν είναι παραγωγικό, είναι το αντίθετο του παραγωγικού μάλιστα, δεν είναι δουλειά. Βέβαια κάποιος θα έλεγε ότι είναι, σαφώς και είναι στην περίπτωσή μου (γράφει κανείς κυρίως διαβάζοντας, κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τα πρώτα χρόνια, ίσα-ίσα που οφείλει κανείς μεγαλώνοντας, και μεγαλώνοντας κι άλλο, και γερνώντας, να βλέπει περισσότερο τι γίνεται γύρω του, το λιγότερο για να μη μιμηθεί κάτι κατά λάθος, από άγνοια: όλοι ψαρεύουμε ιδέες από την ίδια, περιορισμένη δεξαμενή), αλλά, όπως έλεγα και χτες, θα εγκαταλείψω αυτό τον τρόπο, τον τρόπο του Κράσναχορκαϊ, τον έχω ήδη εγκαταλείψει, ανήκει πια στο παρελθόν, σ' αυτό το απέραντο κενοτάφιο, σ' αυτό το κενοτάφιο που είναι μεγάλο όσο το σύμπαν. [§] Αρχίζω (ας το πω, μιας και το ανέφερα μόλις), αρχίζω και πιστεύω ολοένα και περισσότερο πως το παρελθόν και το μέλλον (ένα φάντασμα, αυτό το τελευταίο, που βλέπει κανείς στο όνειρό του) είναι δύο όροι που απλώς πιάνουν τόπο στα λεξικά, τίποτε περισσότερο από αυτό, κάτι σαν το μονόκερω: δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα, όλη η πραγματικότητα είναι η ατέρμων προσπάθεια να αποκτήσει υπόσταση το παρόν — μα ούτε κι αυτό είναι δυνατόν, ούτε το παρόν υπάρχει, όλη αυτή η δυναμική, το άθροισμα όλων των «δυναμικών», μοιάζει σαν την προσπάθεια (μια παγωμένη στο χρόνο προσπάθεια, δηλαδή έξω από το χρόνο, άχρονη) να αναπνεύσει με το αστείο στόμα του ένα ψάρι έξω από το νερό. Και με τα παραιτημένα βράγχιά του να ανοιγοκλείνουν σαν φυσερά. Αυτή η προσπάθεια, λέω, να αποκτήσει υπόσταση το παρόν, που ολοένα αυτοσυντρίβεται στο τίποτα, χωρίς ποτέ να γίνει εδώ και τώρα, χωρίς ποτέ να μετουσιωθεί αν μη τι άλλο σε κάτι που υπήρξε, ή έστω να ταφεί στο απέραντο κενοτάφιο τού χτες, και χωρίς ποτέ να καταφέρει να πηδήξει στο πέρα για να μετουσιωθεί σε ένα φάντασμα που βλέπει κανείς στο όνειρό του. [§] Βέβαια όλα αυτά δεν έχουν σημασία. Τίποτε όμως σ' αυτό το Ημερολόγιο Γεφύρας δεν έχει σημασία. [§] Δεν είδα ειδήσεις σήμερα (χτες...), μόνο έριξα λίγες ματιές στην timeline μου, όπου (ελληνιστί) διάβασα τα γνωστά και καθιερωμένα, τα εντελώς παραδοσιακά, κυρίως κατάρες αθέων τζιχαντιστών εναντίον όσων γιορτάζουν παραδοσιακά, και εναντίον κατά όσων πιστεύουν. Τα 'κανα κι εγώ αυτά, στα πρώτα χρόνια που συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει Θεός, πρέπει να 'μουν στο Γυμνάσιο και να κεκέδιζα ακόμη. Φταίει, βέβαια, και το Μέσον, τα social γενικώς ευνοούν τις attention whores, οπότε και η έπαρση του χαζούλη που δεν θρησκεύεται και απαιτεί να κάτσει στ' αυγά του και ο άλλος είναι εν μέρει συγγνωστή. Φυσικά, είναι ακριβώς το ίδιο με το Δεν με πειράζει τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του αρκεί να μην προκαλεί, αλλά δεν βαριέσαι. Πρέπει να μαθαίνει κανείς να ζει υπό το ISIS γιατί δεν υπάρχει άλλος χώρος, ούτε θα υπάρξει ποτέ. Όχι εφόσον επιλέγεις να ζεις με τους πολλούς, ήτοι να πολιτικοποιείσαι, να είσαι μέρος του βραδύγλωσσου αυτού όλου που συνομιλεί. [§] Διάβασα επίσης ποστ φίλων που ζουν στο εξωτερικό (αναφορικά με το Πάσχα κυρίως, με τις διακοπές τους, με έθιμα διάφορα, με τέτοια), και ζήλεψα. Έχω λαχταρήσει να αρχίσω να ταξιδεύω, και λυπάμαι που είναι τόσο μα τόσο δύσκολο, σχεδόν μισώ το παρελθόν, αυτό το κενοτάφιο που είναι μεγάλο όσο το σύμπαν, σχεδόν μισώ το παρελθόν που δεν έχω ταξιδέψει όταν μπορούσα. Αισθάνομαι τρομερά, τρομερά αναλφάβητος. Και ξαφνικά δεν μπορώ να γράψω άλλο για σήμερα. Αλλά θα μιλήσω για ταξίδια τις επόμενες μέρες, τους επόμενους μήνες, εδώ. Όμως τώρα δεν μπορώ. Απλώς να σημειώσω ότι ήρθε ο πατέρας μου με τον ανιψιό μου το πρωί στο σπίτι, μας έφεραν τσουρέκια και αυγά που έφτιαξε η μάνα μου, φάγαμε το μεσημέρι, φάγαμε και το βράδυ, μείνανε και για αύριο. Ο μπαμπάς μου έφερε και ένα Haig, ξεχασμένο από τα Χριστούγεννα, είχα πολλούς μήνες να πιω ουίσκι, άνοιξα το μπουκάλι και έβαλα τώρα ένα. Έχει μια γεύση μεταλλική, λίγο στυφή, βαρελίσια, στρογγυλή. Είναι ωραίο. 

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015 Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά