Ημερολόγιο Γεφύρας

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Είναι ένας κύριος εδώ στην Παραλία, ένας ποεδικός Άνθρωπος του Πλήθους —τον βλέπω κάθε μέρα, ό,τι ώρα και να κατέβω—, καλοντυμένος, με ωραίο παράστημα, κάπου στα εβδομήντα, γοητευτικός, χαμογελαστός, με ψαρά μαλλιά· στέκεται δίπλα στους ψαράδες και κάνει κι αυτός ότι ψαρεύει αν και δεν έχει καλάμι και πετονιά, μιλά και χειρονομεί σε ένα φανταστικό φίλο, σκύβει και χαϊδεύει ένα σκυλί που το βλέπει μόνο αυτός, ξεφυλλίζει ένα αόρατο βιβλίο στο παγκάκι: μιμείται κάθε πράξη μας, σαν να λέει —δεν ξέρω— ότι ο χρόνος μας είναι χαμένος, πως όσα κάνουμε είναι λάθος. Άλλοι βέβαια λένε ότι μας ευλογεί.

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Τριακόσια εξήντα κομμάτια μέσα σε ένα χρόνο δεν είναι λίγα. Αν μάλιστα τα προσθέσεις στα επίσης 360 κομμάτια της προηγούμενης στήλης, έχεις κι ένα ρεκόρ: δέκα ημέρες όλες κι όλες χωρίς παρουσία στο TBJ μέσα σε δύο χρόνια. Δεν ξέρω βέβαια τι σημαίνει αυτό πέραν του ψυχαναγκασμού που το επέβαλε. Αλλά ας είναι. Το Ημερολόγιο Γεφύρας που σταματά αύριο ήταν μεν πολύ διαφορετικό από τα Λόγια της Πλώρης της προηγούμενης χρονιάς, αλλά τα δυο τους είχαν δύο κοινά χαρακτηριστικά: ασχολούνταν με την επικαιρότητα, προφανώς, και απαιτούσαν τον ίδιο χρόνο για να γραφούν, καθόλου προφανώς, μολονότι τα μεν Λόγια ήταν περί τις 70 λέξεις όλες κι όλες το καθένα (τρία tweet των 140 χαρακτήρων έκαστο καθημερινώς), ενώ το Ημερολόγιο είχε μέχρι και 1.500 (για την ακρίβεια, 450 λέξεις κατά μέσο όρο, ή 150.000 λέξεις συνολικά μέσα σε ένα χρόνο). Ήταν μόνο αριθμοί; Προφανώς και όχι — αν όμως το καλοσκεφτείς, ναι: ήταν χρόνος, δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια, δηλαδή κάτι που στην πραγματικότητα δεν πιάνεται, δεν μένει στο χέρι σου, κάτι εντέλει κενό: κάτι παρελθοντικό, μη υλικό — και ως εκ τούτου αρκούντως άχρηστο. Και ήταν και ακόμη περισσότεροι αριθμοί: αναγνώστες, επισκέψεις στη σελίδα, like, κοινοποιήσεις, σχόλια. Αυτοί οι αριθμοί δεν δικαιολογούν (δεν μπορώ να είμαι ευγενικός) την προσήλωση στον, επιμένω, ψυχαναγκαστικό στόχο, καθώς ήταν μικροί, ιδιαίτερα μικροί. Τόσο τα Λόγια της Πλώρης όσο και το παρόν Ημερολόγιο Γεφύρας υπήρξαν ομολογουμένως δύο αποτυχημένες στήλες — σίγουρα, δε, ιδιαιτέρως αποτυχημένες αν από τη μια μεριά βάλεις τον κόπο (τον χρόνο) που απαίτησαν και από την άλλη τη συνεισφορά τους στον δημόσιο διάλογο, μετρημένη αυτή η τελευταία σε σταθερούς αναγνώστες και σε «διάχυση». (Με έχω για πολύ παραπάνω). Ή μάλλον, διορθώνω: την άμεση συνεισφορά τους, αναφορικά ιδίως με το Ημερολόγιο Γεφύρας. Γιατί υπήρξε έμμεση, και ήταν μεγάλη. Μόλο που, επαναλαμβάνω, σχεδόν κανένα από τα 360 άρθρα δεν έγινε δα και viral, όλες οι ιδέες που πρωτοπαρουσιάστηκαν εδώ, όλες, χωρίς εξαίρεση (για να μην αναφέρω τους διάφορους νεολογισμούς που εισηγήθηκα, είτε από τη στήλη είτε από τα social— να τα λέμε κι αυτά), έγιναν κοινός τόπος της δημόσιας συζήτησης, καθώς υιοθετήθηκαν από (όλους τούς) βασικούς παίκτες — το έκαναν ήσυχα και αθόρυβα και χωρίς ποτέ να κατονομάσουν την πηγή, αλλά το έκαναν. Κι αυτό, αν και ήκιστα ικανοποιητικό, έχει τη σημασία του, και τέλος πάντων είναι κατιτί καλό. Υποθέτω. Μάλλον. Δεν ξέρω. [§] Το Ημερολόγιο Γεφύρας και τα Λόγια της Πλώρης στο σάιτ τού TBJ υπήρξαν η συνέχεια από άλλες στήλες που έγραφα παλαιότερα, πάλι με καθημερινή εμμονή συνήθως, από το φθινόπωρο τού 2009 για την ακρίβεια, αλλά και της πρώτης «φιλοευρωπαϊκής/μεταρρυθμιστικής/φιλελεύθερης/αντιεθνικιστικής» μπλα-μπλα-μπλα ραδιοφωνικής εκπομπής, το «Οχ Θε μου», που ξεκίνησε το ’10 και μετεξελίχθηκε δυο χρόνια μετά στον Amagi, όταν η συχνότητα που το φιλοξενούσε έχασε την άδειά της και άφησε το κοινό που είχε ώς τότε συστηθεί (και την ανάγκη που τη γέννησε) στα κρύα του λουτρού. Αυτά τα εξίμισι χρόνια τυχαίνει να είναι και η περίοδος που ασχολήθηκα τόσο διαβολεμένα λίγο όσο ποτέ άλλοτε στην ενήλικη ζωή μου με το «κανονικό» γράψιμο, με τη μυθοπλασία, με τα βιβλία, που υποτίθεται πως είναι η πραγματική μου ενασχόληση, αυτό που μου αρέσει. Ελάχιστα, όσο και —επί μακρά χρονικά διαστήματα— ολωσδιόλου καθόλου. Αλλά όλοι υποστήκαμε μεγάλες ζημιές με τη χρεοκοπία του κράτους, σωστά; Εγώ υπέστην αυτή. (Εντάξει: και αυτή· μεταξύ πολλών άλλων, κοινών με των περισσοτέρων, κυρίως —τι άλλο;— οικονομικής φύσεως). Στο μεταξύ, και μιας και μιλάμε για χρήματα, έπρεπε και να δουλεύει κανείς. Όσο μπορούσε, ό,τι υπήρχε, ό,τι του δινόταν. Αναγκαστικά, η δουλειά βέβαια περνούσε συχνά σε δεύτερο πλάνο: γινόταν στα διαλείμματα από τις άλλες ενασχολήσεις, απαιτώντας ξενύχτια και διαρκή εφεύρεση πρόσθετου χρόνου. Κατά την περίοδο αυτή της χρεοκοπίας, ο χρόνος και η διαχείρισή του απέβη η δική μου φιλοσοφική λίθος. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα, αλλά σίγουρα δεν τα κατάφερα καλά. Κανείς αλχημιστής δεν τα κατάφερε, από τον Παράκελσο μέχρι την ταπεινότητά μου. Όμως δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Κι έπειτα ήρθε και το σάιτ του Amagi, που ήταν από την πρώτη στιγμή βασικό κομμάτι του σχεδιασμού κι ας άργησε τόσο πολύ (και άλλα πολλά ήταν βασικά κομμάτια του σχεδιασμού, αλλά δεν υλοποιήθηκαν ποτέ — ίσως κάποτε), και με αποτελείωσε: τρεις επιπλέον, κατά μ.ό. πάλι, ώρες καθημερινά, από τον Σεπτέμβριο και δώθε. Awkward, ή: ήρθε το γλυκό και έδεσε. [§] Τι άφησαν όλα αυτά; Ό,τι αφήνει καθετί στη ζωή μας, καθετί τέλος πάντων που δεν είναι πολύ δικός άνθρωπος: τίποτε, ένα μικρό ίχνος, κάποιες επιπλέον ρυτίδες, περισσότερο άσπρα (και λιγότερα) μαλλιά, χρέη, ανεξόφλητους λογαριασμούς, προβλήματα στη μέση, κάτι τζούφιες απειλές από φασισταριά της βρομοαριστεράς, πρωτίστως, και της βρομοδεξιάς δευτερευόντως (που λόγια, λόγια, αχ μείναν λόγια, καθώς έχω και πολύ βαρύ χέρι και το ξέρουν και δεν τους παίρνει) — τέτοια πραγματάκια. Και η ικανοποίηση, όσο εκφράστηκε (και μόνο τότε), κάποιων φίλων. Όχι ένα καλό ισοζύγιο. [§] Ζηλεύω πολύ τον Ηλία Κανέλλη για την επάρκειά του και το έργο του. Και τον αγαπώ τρομερά, είμαι ο #1 φαν του. Στα δύο αυτά χρόνια, δεν λογόκρινε τη στήλη ούτε μία φορά. (Κι ας ήταν, μολονότι γενικά πρόσεχα, κάποια κείμενα στα όρια της αγωγής από τα φασισταριά και τα καμμένα μόγγολα). Μόνο άπαξ μού είπε να αλλάξω κάτι γιατί είχα κάνει ένα (χοντρό) λάθος. Τα υπόλοιπα λάθη μου τα άφηνε να περνούν για να μη με προσβάλει. Όπως του λέω συχνά, όταν μεγαλώσουμε κι άλλο θα κάνουμε κάτι πολύ-πολύ σπέσιαλ μαζί, που θα αφήσει εποχή — και θα μας κάνει φυσικά και πλούσιους. Ώς τότε… κάνουμε υπομονή. Ήθελα να προσφέρω περισσότερη κίνηση στο σάιτ τού TBJ, δεν τα κατάφερα. Εγώ φταίω. [§] Και το πίστευα: αλλιώς ξεκίνησα το Ημερολόγιο, και άλλο δρόμο πήρε: αν και ήξερα τι θα γινόταν με τον ΣΥΡΙΖΑ, και το είχα δεκάδες φορές δημοσιεύσει (γιατί εγώ δεν «σας τα ’λεγα» απλώς, σας τα δημοσίευα κιόλας), η Κόλαση όπου μας έριξε η κυβέρνηση, αυτό το τσίρκο παραδοξοτήτων, το μουσολινικό-εθνικοσιαλιστικό πράγμα, με επηρέασε έντονα, και άλλαξε και τη ροή της στήλης. Τα ’κανε όλα μαντάρα. Θα είχαμε πάει πολύ καλύτερα αν το έβλεπα πιο ψύχραιμα. Δεν τα κατάφερα. Δεν το ’χα. Λυπάμαι. [§] Αυτά. Πρέπει λίγο να ξεκουραστώ. Μεγαλώνω ταχέως. Ελπίζοντας πως η παρτίδα θα σωθεί μετά την τελευταία στιγμή, ελπίζοντας πως θα ενωθεί το Κέντρο: η Κεντροδεξιά με την Κεντροαριστερά, όντας σίγουρος πως η Ελλάς προώρισται να ζήση και θα ζήσει, σας χαιρετώ μέχρι αύριο που θα ανεβεί η τελευταία καταχώριση στο Ημερολόγιο Γεφύρας — και κάποιους σάς ευχαριστώ κιόλας. Ήταν μεγάλη τιμή.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Έφτασε στο τέλος της η στήλη: αύριο θα κάνουμε ένα μικρό απολογισμό και μεθαύριο, στο κλείσιμο του ενός χρόνου που λέμε μαζί καλημέρα, θα πούμε αντίο. Δεν έχουμε κι εμείς να πούμε κάτι σημαντικό, πλέουμε σαν όλους τούς άλλους σ’ αυτή την κατατονική θάλασσα της άνευ όρων παράδοσης, όπου τίποτε δεν γίνεται και τίποτε, ποτέ, δεν αλλάζει. Και ούτε θέλει να αλλάξει. Και ούτε θέλουμε να αλλάξει. Φαντάσου, λέει, να ’ταν και καλοκαίρι — θα δείχναμε στα πρωτοσέλιδά μας τους πρόσφυγες να κάνουν μπάνιο δίπλα σε μας, θα ήμασταν όλοι με το χαμόγελο, κι εμείς κι αυτοί, από το στόμα μας θα έσταζαν οι χυμοί του καρπουζιού, και δεν θα δίναμε σημασία στα πτώματα που θα τουμπάνιαζαν παραδίπλα. Ίσως άλλωστε να χαμογελούσαν κι αυτά. Φαντάσου, λέει, να ’ταν καλοκαίρι, τότε που δεν θέλεις τίποτε άλλο, παρά μόνο να ρουφάς τον καφέ σου, να ξεφυλλίζεις την αθλητική σου ή το αστυνομικό σου, να περιφέρεσαι ανάμεσα ψυγείο και καθιστικό, να ρυθμίζεις όλο και πιο κάτω το κλιματιστικό, όλο και πιο κάτω το κλιματιστικό, να γλιστράς το χέρι μέσα από το σλιπάκι και να χαζολογάς αποκαρωμένος στην τηλεόραση. Είμαστε το Μεξικό των ωραίων Βαλκανίων. Αλλά: ιδού ο Απριλομάης έφτασε, μας χτυπά την πόρτα, έχουμε και το Πάσχα, νά σου και η μεταφερόμενη Πρωτομαγιά, στο βάθος νά τες και οι άδειες, ηχούν και οι δοξαστικές σάλπιγγες κατά της διαπλοκής και της διαφθοράς, και όλα πάνε καλά. Κι ας μην έχουμε θέμα, κι ας μην έχουμε να πούμε κάτι σημαντικό, κι ας πλέουμε σαν όλους τούς άλλους, κι εμείς, κι εσύ, σ’ αυτή την κατατονική θάλασσα της άνευ όρων παράδοσης. Είναι μια θάλασσα καλοκαιρινή, και βέβαια αυτή τη θάλασσα κανείς —ακόμη— δεν μπορεί να μας την κλέψει. Έφτασε και η ώρα που θα πούμε αντίο.

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Δύο περιστατικά από το Inbox, πρωινά. [§] Μια παλιά βουδιστική παραβολή μιλά για τον ελέφαντα και τους αόμματους· θα την ξέρετε. Είχαν οδηγήσει, λέει, μία ομάδα τυφλών που δεν είχαν ξανακούσει για αυτό το ζώο κοντά σε έναν εξημερωμένο γίγαντα, δεμένο με αλυσίδα και χαλκά, και τους είπαν να τον περιγράψουν. Πήγαν λοιπόν οι τυφλοί κοντά στον ελέφαντα, τον ακούμπησαν, τον ψηλάφισαν, και μετά είπε ο πρώτος, που είχε πιάσει το πόδι του: «Ο ελέφαντας είναι σαν δέντρο μεγάλο και ισχυρό», και ο δεύτερος, που είχε πιάσει το αυτί του: «Ο ελέφαντας είναι σαν το πανί της βάρκας στον ποταμό», και ο τρίτος, που είχε πιάσει την ουρά του, «Ο ελέφαντας είναι σαν το καμτσίκι που έχουμε για να διώχνουμε τη μύγα», και ο τέταρτος, που είχε πιάσει την προβοσκίδα του: «Ο ελέφαντας είναι σαν το μεγάλο φίδι στο δάσος», και ο πέμπτος, που είχε πιάσει το δόντι του, «Ο ελέφαντας είναι σαν πέτρα που τη λείανε ο καιρός, και σαν το φίλντισι που έχουν οι μάστορες και φτιάχνουν ωραία τεχνουργήματα». Τα σκεφτόμασταν αυτά με ένα φίλο συζητώντας λιγάκι στα μηνύματα για την Αριστερά στην Ελλάδα, και τι σημαίνει για όλους αυτούς (τους πάρα πολλούς) που είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κοντά της: διαφορετικά πράγματα για τον καθένα, ασφαλώς. Και βέβαια μας έπιασε απελπισία, και αλλάξαμε θέμα, και ούτε που σκεφτήκαμε στο τέλος να πούμε πως ο ελέφαντας είναι εκείνο το θηριώδες ζώο που κάποιοι έχουν δεμένο με αλυσίδα και χαλκά. [§] Cosplayείναι το μασκάρεμα των φανατικών των κόμιξ σε ήρωες, υπερήρωες επί το πλείστον, και συνήθως λαμβάνει χώρα στις μεγάλες διεθνείς εκθέσεις, όπως η περίφημη Comic-Con, όπου η ατμόσφαιρα θυμίζει ζωντανό πίνακα γεμάτο δεκάδες ρέπλικες από Σπάιντερμαν και Σούπερμαν και Μπάτμαν και Γουόντερ Γούμαν και από χίλιους δυο άλλους χαρακτήρες, από άντρες και γυναίκες που κυκλοφορούν μακιγιαρισμένοι στους διαδρόμους και στα περίπτερα των εκδοτών και των στούντιο με τις συχνά αυτοσχέδιες στολές τους και τα λογής-λογής παραφερνάλιά τους, «όπλα» και τα λοιπά, και περνούν καλά και φωτογραφίζονται. Μια τέτοια γίνεται αυτές τις μέρες στο Λος Άντζελες. Και βέβαια ελάχιστοι μοιάζουν στους υπερήρωες που μιμούνται, και όχι μόνο επειδή οι στολές τους είναι φτιαγμένες στο χέρι ή αγορασμένες από φτηνά καταστήματα — αλλά επειδή τα σώματα δεν θυμίζουν τα ιδανικά πρότυπα που μιμούνται οι φαν: βλέπεις υπέρβαρους Κάπτεν-Αμέρικα, και κοντούληδες Γούλβεριν, και στρουμπουλές Μαύρες Χήρες, και ηλικιωμένους Μεταλλαγμένους X-Men, νεαρούς με σπυράκια ακμής και πρώην αθλητές με ξεφουσκωμένα ποντίκια. Το θέμα της κουβέντας μας στο Inbox ήταν πάλι το ίδιο: πώς μετατρέπεται η ιδεολογία σε καραγκιόζ μπερντέ.
Σελίδα 1 από 90