Τετάρτη, 01 Απριλίου 2015

Γράμματα από την Αμερική #1: Trial and error

Κατηγορία Στήλες
Γράφτηκε από  Μάνος Ματσαγγάνης Δημοσιεύθηκε στο Γράμματα από την Αμερική Τεύχος 49
Το αναγνωστήριο στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βοστώνης. Το αναγνωστήριο στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βοστώνης. Brian Johnson

Τον Νοέμβριο του 2014, από το τεύχος του Books' Journal 49, ο συνεργάτης μας, καθηγητής Μάνος Ματσαγγάνης άρχισε να δημοσιεύει το προσωπικό ημερολόγιό του από την επίσκεψή του για εκπαιδευτικούς λόγους στις ΗΠΑ. Από σήμερα, το booksjournal.gr αναδημοσιεύει τα κείμενα του συνεργάτη μας, που έκτοτε συστηματικά παραδίδει την εμπειρία του - ένα παράθυρο στον κανονικό δυτικό κόσμο, όπου η πρόοδος και τα γράμματα δεν είναι ευφημισμοί αλλά μέρος της καθημερινής κανονικότητας.

 

15 Σεπτεμβρίου 2014

Κάποτε οι Ευρωπαίοι ταξίδευαν από τη μια πόλη στην άλλη (και από τη μια χώρα στην άλλη) με τον σιδηρόδρομο, και διέσχιζαν τον Ατλαντικό με το υπερωκεάνιο. Σίγουρα αργούσαν περισσότερο, αλλά τουλάχιστον είχαν τον χρόνο να σκεφτούν τι αφήνουν πίσω τους, και τι θα βρουν μπροστά τους. Το αεροπλάνο δεν αφήνει τέτοιες πολυτέλειες. Το μεσημέρι ήμουν ακόμη στην Αθήνα, και το απόγευμα βρίσκομαι ήδη στη Βοστώνη (βοηθά και η διαφορά ώρας). Παράξενο μου φαίνεται.

 

16-20 Σεπτεμβρίου 2014

Και η Αμερική παράξενη μου φαίνεται. Εν μέρει, επειδή δεν την γνωρίζω σχεδόν καθόλου. Από το 2009, που ήρθα για πρώτη φορά, έχω κάνει όλα κι όλα τρία ταξίδια, διάρκειας το πολύ μιας εβδομάδας. Αυτή τη φορά σκοπεύω να μείνω επτά μήνες.

Κοιτάζω γύρω μου με έκθαμβο βλέμμα. Όλα διαφορετικά. Οι πινακίδες στους δρόμους, τα λεωφορεία, τα αυτοκίνητα, τα σπίτια, τα ποδήλατα. Οι στολές των ταχυδρόμων (κάθε εταιρεία έχει τους δικούς της), των αστυνομικών – της πόλης, της τροχαίας ή του πανεπιστημίου (ειδικότητα των τελευταίων: ο εντοπισμός κλεμμένων υπολογιστών).

Η Κ. μου δείχνει να μαθαίνω: δρόμους, κτίρια, μαγαζιά, εστιατόρια. Τα ξεχνάω αμέσως, δεν έχω άλλο χώρο στη μνήμη (ίσως έχει καεί ο σκληρός δίσκος). Θα τα μάθω σιγά-σιγά, μόνος μου, με την επιστημονική μέθοδο: trial and error (κυρίως error).

Θα μου πάρει επίσης καιρό να συνηθίσω τους οδηγούς που πατάνε μονίμως φρένο στις διασταυρώσεις. Όχι μόνο όταν ο πεζός ή ο ποδηλάτης πατήσει στη διάβαση – αυτό το ήξερα και από την Αγγλία. Εδώ περιμένουν να περάσεις απέναντι ακόμη και όταν απλώς στέκεσαι στο πεζοδρόμιο (ακόμη και εάν δεν έχεις αποφασίσει πού ακριβώς θέλεις να πας, όπως είναι συχνά η περίπτωσή μου). Φαίνεται βιάζονται λιγότερο.

Μια κοινή γλώσσα χωρίζει τους Αμερικανούς από τους Άγγλους, έλεγε κάποιος. Πόσο δίκιο είχε! Νόμιζα ότι τα αγγλικά μου ήταν καλά, έχοντας ζήσει 6+ χρόνια στην Αγγλία (πριν από ένα τέταρτο του αιώνα βέβαια). Και όμως, εδώ δυσκολεύομαι να τους καταλάβω, και αυτοί εμένα. Δεν είναι μόνο η προφορά ή ο τονισμός, ούτε ότι το ίδιο πράγμα εδώ λέγεται διαφορετικά. Είναι και το πώς οι λέξεις μπαίνουν σε διαφορετική σειρά για να σχηματίσουν διαφορετικές φράσεις. Διαφορετική γλώσσα, διαφορετικός τρόπος σκέψης. Ίσως συνηθίσω. Εν τω μεταξύ, ανακαλύπτω ότι βοηθάει να μιλάω αργά. Κι ας με κάνει να αισθάνομαι σαν άγγλος αριστοκράτης που μιλάει αφ’ υψηλού στους τέως υπηκόους του στέμματος.

Οι διαφημιστικές πινακίδες (με διαφορετικές γραμματοσειρές, φυσικά) με διασκεδάζουν. Το ίδιο και τα σλόγκαν. Η εταιρεία που νοικιάζει φορτηγά και κουτιά σε όσους θέλουν να κάνουν μόνοι τους τη μετακόμιση (και είναι πολλοί): «Need boxes? Take plenty!» Η τοπική εκκλησία, που προσπαθεί να δελεάσει τους –πλέον, όχι και τόσο– πιστούς, μαζί με τα κατοικίδιά τους: «Got pets? Webless!» Κάποιος μου λέει ότι η ευλογία των ζώων ως έννοια δεν είναι και πολύ σύμφωνη με το χριστιανικό δόγμα – αλλά ποιος νοιάζεται;

Αυτό που σίγουρα είναι διαφορετικό στην Αμερική από ό,τι στην Αγγλία (ή πάντως στη Βοστώνη από ό,τι στο Λονδίνο) είναι η άνεση στις καθημερινές επαφές. Το κλισέ των κουμπωμένων επιβατών του προαστιακού που επί δεκαετίες συναντώνται κάθε μέρα στο ίδιο τραίνο χωρίς να λένε καλημέρα, οχυρωμένοι πίσω από τις εφημερίδες τους (τώρα τελευταία, προσηλωμένοι στη συσκευή τους), είναι ο κανόνας στην Αγγλία. Εδώ ο περισσότερος κόσμος χαμογελάει, χαιρετάει, συστήνεται. Επιφανειακό; Οπωσδήποτε. Αλλά καλύτερα επιφανειακή ευγένεια παρά επιφανειακή αγένεια.

Μερικές φορές, το πράγμα γίνεται κωμικό. Οι υπάλληλοι στα μαγαζιά υποδέχονται τους πελάτες με ένα «Hi,  how are you doin’ today?» Με είχε προειδοποιήσει ο Β. να μην αναρωτηθώ αν γνωριζόμαστε και από χθες. Πάντως, ακόμη δεν έχω καταλάβει ποια είναι η σωστή απάντηση: «Very well, thank you – and you?», όπως επιβάλλει η αγγλική; Ή «Good» όπως λένε οι περισσότεροι; Απορρίπτω το «Good» για γραμματικούς λόγους (επίθετο αντί για επίρρημα; ποτέ!) Αργότερα ανακαλύπτω με οδύνη, βλέποντας μια εντελώς βρετανική ταινία, ότι ο πρωταγωνιστής, όταν τον ρωτάνε πώς τα πάει, απαντά κι εκείνος: «Good». Με πήραν τα χρόνια.

Κατά τα άλλα, πράσινο παντού, σκίουροι στα δέντρα, φιλικοί άνθρωποι – μια όαση φιλελεύθερων αξιών, υψηλών πνευματικών αναζητήσεων, οικονομικής ευμάρειας. Κυριολεκτώ, αλλά και δυσπιστώ (λίγο). Και βέβαια, μου αρέσει. «Καλά είναι εδώ.»

 

21 Σεπτεμβρίου 2014

Μεγάλη στιγμή: το πρώτο μου σινεμά στην Αμερική. Η ταινία: My old lady, του Ίσραελ Χόροβιτς, βασισμένη σε θεατρικό έργο του ιδίου. Με Κέβιν Κλάιν, Μάγγι Σμιθ, Κρίστιν Σκοτ Τόμας. Καλό, αν και υπερβολικά θεατρικό. Ο χώρος: multiplex, με κόκα κόλα, ποπ κορν κ.λπ. Βέβαια, ένα βήμα από το MIT, εάν έφερνε μόνο «εμπορικές» ταινίες θα κινδύνευε να μένει άδειο. Οπότε προβάλλει συχνά «ποιοτικό» κινηματογράφο (ή κάτι ανάμεσα στα δύο τέλος πάντων).

 

22 Σεπτεμβρίου 2014

Πρόσκληση σε δείπνο στο Kennedy School. Ντύνομαι κατά λάθος πιο casual από όλους τους άλλους (δεν δίνει σημασία κανείς). Ομιλητές: Καρλ Μπιλντ (υπουργός Εξωτερικών της Σουηδίας), Μάριο Μόντι (πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας) και Βουκ Τζέρεμιτς (πρώην υπουργός Εξωτερικών της Σερβίας). Συντονιστής: Nάιαλ Φέργκιουσον, καθηγητής ιστορίας στο Harvard και, μετά τη μεγάλη επιτυχία της ιστορικής σειράς που παρουσίασε στην τηλεόραση, celebrity. Κανονικά το θέμα είναι η Ουκρανία, αλλά η συζήτηση ξεφεύγει προς την κρίση του ευρώ. Ο Μόντι ανοίγει μια χαραμάδα για λίγο χαλαρότερη νομισματική πολιτική και λίγο περισσότερο πληθωρισμό. Ο γερμανός καθηγητής στην πρώτη σειρά (σοσιαλδημοκράτης, όπως θα πληροφορηθώ αργότερα) παθαίνει αποπληξία: «Μα αυτό συνιστά παραβίαση των κανόνων». Ο Μόντι του απαντά ότι το έχει υπ’ όψη του πως για πολλούς Γερμανούς οι κανόνες είναι ιερά θέσφατα, αλλά ακόμη και η Εκκλησία αναθεωρεί τις θέσεις της κάθε τόσο.

 

24 Σεπτεμβρίου 2014

Πρόσκληση σε πρωινή συνάντηση του Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών. Αυτή τη φορά ντύνομαι κατάλληλα, αλλά φτάνω με 15 λεπτά καθυστέρηση. (GMT = Greek maybe time, όπως λέει ο Δ.) Μόλις κάθομαι, ο σερβιτόρος φέρνει μπροστά μου ένα πιάτο αυγά με μπέηκον. Ομιλητής: Τόμας Βίζερ, αυστριακός πρόεδρος του Eurogroup. Εντυπωσιακός αναλυτής, κυριαρχεί στη συζήτηση. Η συνάντηση είναι off the record, αλλά και το μεσημέρι σε ανοιχτή εκδήλωση λίγο-πολύ τα ίδια λέει: δημοσιονομική πειθαρχία και δομικές μεταρρυθμίσεις. Ένας καθηγητής του Harvard ρωτά μήπως θα ήταν καλή ιδέα η Ευρώπη, και ειδικά η Γερμανία, μαζί με τη δημοσιονομική πειθαρχία και τις δομικές μεταρρυθμίσεις, να εγκαινίαζε ένα τολμηρό πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, που θα αναθερμάνει την οικονομία και θα βελτιώσει τις παραγωγικές δυνατότητες στο μέλλον. (Ακόμη και το ΔΝΤ αυτό προτείνει, με το περιοδικό Economist να υπερθεματίζει.) Ο Βίζερ απαντά με ύφος «ας μην υπερβάλλουμε». Δεν είναι και τόσο άσχημη η υποδομή στην Ευρώπη: στο τραίνο από τη Νέα Υόρκη στη Βοστώνη νοστάλγησα τους γερμανικούς σιδηρόδρομους.

25 Σεπτεμβρίου 2014

Επίσκεψη στη βιβλιοθήκη: εντυπωσιακό κτίριο, 6+ εκατομμύρια τόμοι, ράφια συνολικού μήκους 80+ χιλιομέτρων, τρίτη μεγαλύτερη στις ΗΠΑ. Ο Γουάιντνερ, νεαρός απόφοιτος του Harvard, ταξίδευε με τον Τιτανικό στο μοιραίο δρομολόγιο του 1912. Η βιβλιοθήκη που φέρει το όνομά του πήρε την τωρινή της μορφή χάρη σε δωρεά της πάμπλουτης μητέρας του. Κάποτε έσφυζε από ζωή. Τώρα, στην εποχή του internet, την επισκέπτονται πολύ λιγότεροι. Αυτό έχει και τα θετικά του. Οι δερμάτινες πολυθρόνες, οι ξύλινες καρέκλες, τα αμπαζούρ δημιουργούν απολαυστική ατμόσφαιρα. Το «ήσυχο δωμάτιο», στην πραγματικότητα μεγάλη αίθουσα, με κάνει να σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να ζω μόνιμα εκεί μέσα. Η υπάλληλος που κάνει τη σημερινή ξενάγηση (έχει μια τη βδομάδα) απαντά με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις ερωτήσεις: «This is a very good question». Για λίγες μέρες, ο Δ. και εγώ δίνουμε συνεχώς την ίδια απάντηση (μιλώντας μεταξύ μας).

 

26 Σεπτεμβρίου 2014

Η O. με παίρνει για δείπνο στο σπίτι της S. και του B., ενός φιλικού ζευγαριού. Εξαιρετικά ενδιαφέροντες άνθρωποι, φιλικοί και συμπαθητικοί. Διδάσκουν σε δύο από τα κολλέγια της περιοχής. Ο B. νοσταλγεί την εποχή που έζησε δύο χρόνια στην Αθήνα, και δύο καλοκαίρια στη Ρώμη, τη δεκαετία του 1960. Του λέω για το τεύχος του National Geographic, 1963, με εξώφυλλο την Αθήνα, «μια από τις ομορφότερες πόλεις της Μεσογείου». Στο ξεκίνημα της αντιπαροχής (η οποία σχολιάζεται στο αφιέρωμα). Ενθουσιάζεται.

Μου δανείζουν μερικά τεύχη του περιοδικού New Yorker. Ενθουσιάζομαι. Πρόκειται για διασταύρωση ανάμεσα στο Αθηνόραμα και στην Κομμουνιστική Θεωρία και Πολιτική (περιοδικό του ΚΚΕ εσωτ.). Κεντρικά θέματα: συνομιλία εφ’ όλης της ύλης με τον Αλ Πατσίνο, και συνδικαλιστικοί αγώνες στη βιομηχανία έτοιμου φαγητού (ευρηματικό όνομα συνδικάτου: Fast Food Forward). Το καθένα έχει έκταση όσο 4 άρθρα του Books’ Journal. Κατά τα άλλα, listings (τι συμβαίνει στη Νέα Υόρκη – πολλά!), χιουμοριστικά κείμενα, σύντομα σχόλια σε θέματα επικαιρότητας, εξαιρετικές γελοιογραφίες, παρουσιάσεις βιβλίων κτλ. κτλ. Θησαυρός!

 

27 Σεπτεμβρίου 2014

Δημοπρασία μεταχειρισμένων ποδηλάτων στην αυλή του πανεπιστημίου. Σακαράκες και αντίκες περιμένουν τους ενδιαφερόμενους. Τα έσοδα θα διατεθούν υπέρ κατασκήνωσης για τα παιδιά των βοηθητικών υπαλλήλων του πανεπιστημίου. Ο επικεφαλής, μαύρος μέσης ηλικίας, με τα παιδιά του να συμμετέχουν, κάνει τον κονφερασιέ: επαινεί την πραμάτεια του, και ανεβάζει τα χτυπήματα, όλα για καλό σκοπό. («Έλα τώρα! Θα τον αφήσεις να φύγει με τέτοιο κελεπούρι; Κάνε ρελάνς!»). Φεύγω με ένα mountain,εντελώς βασικό, σε εξαιρετική κατάσταση – εάν εξαιρέσει κανείς ότι δεν έχει σαμπρέλες. Μου κοστίζει 80 δολάρια (σε καλή μεριά παιδιά!), συν άλλα 50 δολάρια στο φοιτητικό συνεργείο για σαμπρέλες, καλάθι (για το σουπερμάρκετ), εργατικά, φόρο κατανάλωσης κτλ.

 

1 Οκτωβρίου 2014

Μετακόμιση. Λένε ότι είναι η τρίτη πιο τραυματική εμπειρία, μετά το πένθος και το διαζύγιο. Τα ενοίκια στην περιοχή, στα ύψη. Ευτυχώς, μου αναλογεί το 50%. Χάρη στη χρονοχρέωση, και στους νωχελικούς ρυθμούς των (νοτιοαμερικανών) εργατών, η μεταφορική εταιρεία μας στοιχίζει το τριπλάσιο του αναμενομένου. (Τι περιμένεις; Φονιάδες των λαών!) Μου παίρνει τρεις εβδομάδες να τακτοποιηθώ. Αυτά έχει η ξενιτιά.

 

4 Οκτωβρίου 2014

Η Β. και ο Δ. μου κάνουν καταπληκτικό δώρο: Parker 1 – The hunter. Μεταφορά αμερικανικού noir της δεκαετίας του 1960 σε graphic novel. Εξαιρετικό!

Το βράδυ, δείπνο στο λιμάνι, σε παλιά αποθήκη, σήμερα αχανές εστιατόριο με θαλασσινά, σε λογικές τιμές. Ο μαύρος σερβιτόρος είναι συμπαθέστατος, αλλά μας κοιτάζει κάπως περίεργα. Μόλις σιγουρεύεται για την εθνικότητά μας, μας μιλάει ελληνικά. (Μένουμε με ανοιχτό το στόμα.) Είναι από την Ουγκάντα, σπούδασε στη Θεολογική Αθηνών. Όλο το προσωπικό είναι Έλληνες, από τη Μυτιλήνη οι περισσότεροι. Μιλώντας αγκαλιάζουν τον σερβιτόρο μας, εξηγώντας μας ότι κι αυτός «δικός μας» είναι,απλώς μαύρισε από την πολλή ηλιοθεραπεία. Άνθρωποι ζεστοί, εργατικοί, θυμόσοφοι. Η καλύτερη Ελλάδα. Θα ξαναπάω.

 

5 Οκτωβρίου 2014

Ο Π. και η J. με πάνε εκδρομή στο Concorde. Μια από τις παλαιότερες πόλεις των ΗΠΑ, πεδίο κρίσιμης μάχης μεταξύ αμερικανών πατριωτών και βρετανών αποικιοκρατών (και άλλων Αμερικανών, που επέλεξαν να μείνουν πιστοί στο Στέμμα). Σήμερα κουκλίστικη κωμόπολη με ωραία σπίτια, μουσεία και τουριστικά μαγαζιά. Η J. (που μεγάλωσε εκεί) δεν πείθεται εύκολα: τι είδους αποστειρωμένο μέρος είναι αυτό, χωρίς μαύρους, χωρίς φτωχούς. Περίπατος στο δάσος. Στις όχθες του ποταμού υπάρχει αναμνηστική πλάκα: στην περιοχή εκείνη ζούσε μια φυλή Ινδιάνων. Ο δρόμος που οδηγεί εκεί φέρει το όνομά της. Στην επιστροφή περνάμε από το Lincoln, και επισκεπτόμαστε το σπίτι του Βάλτερ Γκρόπιους. Ο ιδρυτής του Bauhaus εγκατέλειψε τη ναζιστική Γερμανία το 1934, έφτασε από τη Βρετανία στις ΗΠΑ το 1937 για να διδάξει στο Harvard, και σχεδίασε το σπίτι για να ζήσει εκεί με την οικογένειά του. Είναι απλό και λειτουργικό – μικρότερο από τα περισσότερα σπίτια της περιοχής. Το ίδιο και τα έπιπλα εποχής: ξύλο, ύφασμα, λεπτές γραμμές. Η σοσιαλιστική προσέγγιση στο design: τέχνη και τεχνική, καθημερινή κομψότητα, προσιτή σε όλους.

 

8 Οκτωβρίου 2014

Σεμινάριο επισκεπτών ερευνητών. (Μετά από 4 εβδομάδες είναι το δικό μου.) Ομιλητής: T. Βέμπερ: νεαρός γερμανός ιστορικός, με λαμπρές σπουδές στις ΗΠΑ, συγγραφέας βιβλίων bestseller (ένα μεταφέρθηκε σε μίνι-σειρά στην τηλεόραση). Παρουσιάζει αυτό που γράφει τώρα. Προσωρινός τίτλος: Νησίδες ειρήνης. Ξεκινά από το γνωστό επεισόδιο των Χριστουγέννων του 1914, όταν στρατιώτες και από τις δύο πλευρές του μετώπου έκαναν αυτοσχέδια εκεχειρία, αντάλλαξαν ευχές, ήπιαν και έφαγαν, έψαλλαν χριστουγεννιάτικα τραγούδια, και έπαιξαν ποδόσφαιρο. Η κυρίαρχη αφηγηματική γραμμή της ιστορίας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το θεωρεί εξαίρεση στον κανόνα της τετραετούς σφαγής – ένα μοναδικό επεισόδιο, αδιανόητο να επαναληφθεί καθώς στοιβάζονταν τα θύματα της σύγκρουσης, και καθώς προχωρούσε η γενική αποκτήνωση. Και όμως, λέει ο συγγραφέας: παρ’ όλα αυτά, παρά την τεράστια πίεση από τα Γενικά Επιτελεία ώστε να μην επαναληφθεί κάτι τέτοιο, παρά τις διαταγές και τα στρατοδικεία, φαίνεται πως δεκάδες τέτοια επεισόδια συνέβησαν ξανά – μέχρι και το Πάσχα του 1918. Αυτό δείχνουν οι πηγές (κυρίως επιστολές στρατιωτών στους δικούς τους, και μεταπολεμικές μαρτυρίες). Πολύ ενδιαφέρον – αλλά κάπως ανεκδοτολογικό. Γι’ αυτό ο συγγραφέας σκέφτεται να το εντάξει σε ένα θεωρητικό πλαίσιο πρώιμης μετα-εθνικής ευρωπαϊκής συνείδησης. Ίσως είναι προτιμότερο να το αφήσει χωρίς καθόλου θεωρία.

Το απόγευμα, ομιλία του Γιώργου Παπανδρέου στο Boston College. Ο Τ. προτείνει: «πάμε;» Ο Α. το σκέφτεται. Ο Δ. θέλει να ξέρει αν η εκδήλωση είναι χορηγία της ΦΑΓΕ. Τους λέω ότι δεν θα πάω: είμαι σε πρόγραμμα αποτοξίνωσης από την ελληνική πολιτική. (Δεν έχασα πολλά. Ο απολογισμός του Τ. μετά: «χάσιμο χρόνου».)

Δεν θέλω να είμαι άδικος με τον ΓΑΠ. Από τη μια, πιστεύω ότι άλλες κυβερνήσεις (π.χ. του προκατόχου του) έκαναν μεγαλύτερη ζημιά στη χώρα, ότι στην κατάσταση που βρισκόταν η οικονομία μας λίγα πράγματα μπορούσαν να γίνουν, και ότι η αναλογία με την Αργεντινή είναι υπαρκτή αλλά όχι αυτή που νομίζουν οι περισσότεροι (η καταστροφή ήταν κυρίως έργο του Mένεμ, παρότι στο ελικόπτερο στην ταράτσα του Προεδρικού Μεγάρου ανέβηκε ο Ντε λα Ρούα). Από την άλλη, πιστεύω επίσης ότι ο ΓΑΠ ήταν ακατάλληλος για πρωθυπουργός, και ότι δεν θα είχε φτάσει ποτέ στη θέση αυτή εάν είχε διαφορετικό επώνυμο. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν τον ψήφισα (εν αντιθέσει με πολλούς από όσους σήμερα τον βρίζουν).

 

13 Οκτωβρίου 2014

Μέρα του Κολόμβου. Δείπνο στο σπίτι της R., κόρης του καθηγητή μου από την Αγγλία, και του Μ., καθηγητή οικονομικών εδώ. Μου εξηγούν τις διαφορές μεταξύ των πανεπιστημίων της περιοχής (δηλ. των βασικών – όλα, μαζί με τα κολλέγια, υπολογίζονται σε 58). Μεταφέρω τα λεγόμενά τους με επιφύλαξη (όλα αυτά για μένα είναι καινούρια). Λοιπόν: και το Harvard και το MITδέχονται φοιτητές με βάση την επίδοση, και μόνο ύστερα εξετάζουν το εισόδημα των οικογενειών για να αποφασίσουν εάν θα δώσουν απαλλαγή από τα δίδακτρα και πόση. Όμως, υπάρχει η υποψία ότι εάν είσαι γόνος οικογένειας χορηγών του Harvard, θα σε πάρουν ακόμη και αν είσαι μέτριος. Στο MIT, αυτό δεν συμβαίνει. Στο δε Boston University, μετράει κυρίως η οικονομική επιφάνεια των γονέων. Όσο για το δημόσιο πανεπιστήμιο (UMass), είναι υποδεέστερο, με μερικά καλά τμήματα. Καλά δημόσια (πολιτειακά) πανεπιστήμια υπάρχουν, αλλά είναι αλλού, στην Καλιφόρνια κυρίως.

Οι φοιτητές του Harvard ξεχειλίζουν από αυτοπεποίθηση, ενώ στο MIT έχουν το αντίθετο πρόβλημα. Ήταν τα εξυπνότερα παιδιά του σχολείου τους, και ξαφνικά βρίσκονται σε ένα περιβάλλον όπου όλοι οι φοιτητές ήταν τα εξυπνότερα παιδιά του σχολείου τους, οι δε καθηγητές εντάσσονται σε διάφορες κατηγορίες ιδιοφυΐας. Αποτέλεσμα: βαθιά κατάθλιψη. Τι κάνει το πανεπιστήμιο; Προσπαθεί να τους χαλαρώσει, και να τους πείσει να διαβάζουν λιγότερο. Στο πρώτο τετράμηνο δεν υπάρχουν βαθμοί. Μετά τις γιορτές, λίγο πριν αρχίσει το δεύτερο τετράμηνο, απαγόρευση μελέτης επί μια εβδομάδα. Οι φοιτητές διαλέγουν ανάμεσα σε θέατρο, μουσική, λογοτεχνία, γιόγκα – οτιδήποτε άλλο εκτός από διάβασμα μαθημάτων. Οι καθηγητές τη λένε (μεταξύ τους) «Εβδομάδα Πρόληψης Αυτοκτονιών».

 

14 Οκτωβρίου 2014

Ομιλία του Τζ. Μπόρελ: Ισπανός σοσιαλιστής, μόνιμος υπουργός Οικονομικών στις κυβερνήσεις Φελίππε Γκονζάλες, μετά Ανάπτυξης, βουλευτής, ευρωβουλευτής, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθηγητής στη Μαδρίτη. Θέμα: το μέλλον της Ευρώπης. Ξεκινά δείχνοντάς μας δύο γελοιογραφίες. Στη μια, δεκαετία του 1950 ή του 1960, η σερβιτόρα ρωτά (στα γαλλικά): «καφέ;», και οι εκπρόσωποι των 6 κρατών μελών απαντούν εν χορώ: «oui!». Στην άλλη, σήμερα, μια άλλη σερβιτόρα, ρωτά (πάλι στα γαλλικά): «καφέ;», και οι 28 απαντάνε ο καθένας στη γλώσσα του, ζητώντας διαφορετικό είδος καφέ ο καθένας. Βαβέλ. «Μόνο και μόνο για μια αρχική τοποθέτηση 5 λεπτών, απαιτούνται δυόμιση ώρες. Για δευτερολογία, άλλες τόσες. Δεν γίνεται συζήτηση έτσι» λέει ο Μπόρελ. Ρίχνει την ιδέα μιας πρωτοπορίας κρατών μελών, ανοιχτής σε όλους, αρκεί να δεσμεύονται σε μια συντεταγμένη κοινή πορεία. Ευρώπη à la carte, alla grande. Μπαράζ αντιδράσεων. Η επισκέπτρια από την ανατολική Ευρώπη (μέσω Γαλλίας) από το θυμό της χάνει τα λόγια της: «Εμείς είμαστε το πρόβλημα δηλαδή;» Μια νεαρή Φλαμανδή του λέει ότι είδαν και έπαθαν να κερδίσουν αρμοδιότητες από το βελγικό κράτος, γιατί τώρα να τις παραχωρήσουν σε μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία; Άλλη φοιτήτρια, Αμερικανίδα, του επιτίθεται για κάτι άλλο που δεν θυμάμαι. Μάταια προσπαθεί να τις καθησυχάσει.

 

15 Οκτωβρίου 2014

Δύο διαδοχικές εκδηλώσεις στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών. Το πρωί, σεμινάριο του Μπ. Μπουγκάριτς, σλοβένου καθηγητή νομικών, επίσημου διαπραγματευτή της κυβέρνησης της χώρας του στις συνομιλίες για την ένταξη. Εξηγεί ότι μέχρι πρόσφατα, για πολλούς Δυτικοευρωπαίους και ακόμη περισσότερους Αμερικανούς, οι χώρες του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας ήταν μια ενιαία οντότητα, χωρίς διαφοροποιήσεις, από τα περίχωρα της Τεργέστης έως τα Ουράλια. Σε συνθήκες άγνοιας (και απροθυμίας εξοικείωσης), η διαπραγμάτευση κατέληξε σε παντομίμα. Οι εκπρόσωποι της ΕΕ (ή των ΗΠΑ) έθεταν όρους για την ένταξη (ή για κάποιο πρόγραμμα βοήθειας) με το σύστημα του checklist. «Νομοθεσία για την καταπολέμηση της διαφθοράς έχετε; Ναι; Ωραία, πάμε παρακάτω.» (Tick!) Το εάν η νομοθεσία εφαρμόζεται ή όχι δεν φαινόταν να ενδιαφέρει κανέναν. Η δημοκρατία ως διαδικασία αποφάσεων και σύνολο κανόνων, όχι ως πεδίο εκπροσώπησης και πολιτικών ανταγωνισμών. Κάπως έτσι φτάσαμε στην Ουγγαρία, της αυταρχικής εκτροπής της πλειοψηφίας, ή στη Σλοβενία (υποτιθέμενη «καλύτερη μαθήτρια της τάξης»), όπου ο ηγέτης της αντιπολίτευσης βρίσκεται στη φυλακή.

Το μεσημέρι, το Κέντρο παραθέτει επίσημο γεύμα στον Έντι Ράμα, πρωθυπουργό της Αλβανίας, και στους τέσσερις υπουργούς του που τον συνοδεύουν. Στρωτά αγγλικά, άνετος ομιλητής, κανονικός άνθρωπος. Προλογίζεται ως επιτυχημένος δήμαρχος Τιράνων, με έργο στο πεδίο της καταπολέμησης της διαφθοράς. Το θέμα πρέπει να τον κουράζει: εξηγεί ότι η αιτία για τα διάφορα φακελάκια εντοπίζεται στην αδυναμία του κράτους να εγγυηθεί μια δέσμη βασικών υπηρεσιών καλής ποιότητας, όχι στα γονίδια του λαού του. «Δεν έχω δει ούτε έναν Αλβανό να μη φοράει ζώνη στο Βερολίνο ή στο Μόναχο. Έχω όμως δει πολλούς Γερμανούς που δεν φοράνε ζώνη στην Αλβανία.» Εθνική αξιοπρέπεια με ουσία. Ανήσυχος για την αναθέρμανση του εθνικισμού μετά το γνωστό επεισόδιο του ποδοσφαιρικού αγώνα Σερβίας - Αλβανίας στο Βελιγράδι (drone με χάρτη Μείζονος Αλβανίας, 30.000 σέρβοι «φίλαθλοι» να κραυγάζουν «Θάνατος στους Αλβανούς», σέρβοι αστυνομικοί που ξυλοκοπούν αλβανούς ποδοσφαιριστές – όλα αυτά με τη σερβική κυβέρνηση να σιγοντάρει, αντί να παίρνει αποστάσεις). Κουνάει το κεφάλι του: «Μόνο αυτό μας έλειπε.» Σε ερώτηση της ίδιας επισκέπτριας από την ανατολική Ευρώπη (μέσω Γαλλίας) για το «ζήτημα της Ηπείρου», απαντά κοφτά: «Ας τα αφήσουμε στους ιστορικούς αυτά. Εμάς για άλλη δουλειά μας ψήφισαν.» Να κάτι που δύσκολα θα έλεγε ο έλληνας ομόλογός του...

[Η συνέχεια στο επόμενο]

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά