Δευτέρα, 05 Σεπτεμβρίου 2016

Γράμμα από τη Ρωσία # 29. Λιουμπέτς, ένα χωριό στην άκρη του ποταμιού

Κατηγορία Στήλες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Στήλες web only
Λιουμπέτς, Ρωσία. Η εκκλησία στο κέντρο του χωριού. Λιουμπέτς, Ρωσία. Η εκκλησία στο κέντρο του χωριού. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Το Λιουμπέτς είναι ένα χωριό, στην περιοχή του Βλαντίμιρ. Το Λιουμπέτς είναι η μεθόριος ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ανάμεσα στη Ρωσία που χάνεται και στη Ρωσία του παρόντος. Το Λιουμπέτς είναι ένα χωριό δίπλα στο ποτάμι. Το Λιουμπέτς είναι ιδέα.

Κοβρόφ η πόλη των κλεφτών

Ένα χωριό σε απόσταση 7 χιλιομέτρων από την πόλη Κοβρόφ, την «πόλη των κλεφτών» όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, μια πόλη της κεντρικής Ρωσίας, χτισμένη γύρω από ένα στρατιωτικό εργοστάσιο κατασκευής των φημισμένων αυτόματων όπλων και πολυβόλων μεγάλου διαμετρήματος Ντιγκτεριόφ. Το Κοβρόφ είναι μια απολύτως αδιάφορη ρωσική πόλη. Χτισμένη το 1779 από τον κόμη Κοβρόφ, με 115.000 κατοίκους, εκτός από το εργοστάσιο δεν έχει τίποτα άλλο. Ακόμη και το παζάρι της, εκεί όπου μπορείς να βρεις διάφορα προϊόντα, ακόμη και λεία λαθροκυνηγών και λαθραλιέων, είναι αφόρητα προβλέψιμο και πληκτικό. Μοναδικό αξιοθέατο είναι οι δημόσιες τουαλέτες στο παζάρι, η είσοδος στις οποίες στοιχίζει δέκα ρούβλια, δηλαδή 7 λεπτά του ευρώ, και προσφέρει ένα ανεπανάληπτα σιχαμερό θέαμα. Η πόλη Κοβρόφ όμως έχει σημασία για τους ρωσικούς σιδηρόδρομους, αφού αποτελεί τον βασικό συγκοινωνιακό κόμβο του κυβερνείου. Επιπλέον, ανάμεσα στο Κοβρόφ και το Λιουμπέτς υπάρχει μια φυλακή. Οι ρωσικές φυλακές δεν είναι σαν τις δυτικές. Στις ρωσικές φυλακές όλοι εργάζονται υποχρεωτικά και προσφέρουν. Στη φυλακή του Κοβρόφ, οι περισσότεροι φυλακισμένοι είναι ντόπιοι. Γι’ αυτό και τα γλέντια στο Κοβρόφ έχουν σχέση με το ξεπροβόδισμα και την προϋπάντηση των καταδίκων.

Μοναδική παρηγοριά για τον περιηγητή, το γεγονός ότι στο Κοβρόφ υπάρχουν άπειρα μικρά μαγαζιά, τρύπες κυριολεκτικά, όπου με ελάχιστα χρήματα μπορείς να πιεις μια αξιοπρεπή ποσότητα βότκας, από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Ο συνοδευτικός μεζές δεν είναι υποχρεωτικός. Ούτε για το κατάστημα ούτε για τον πότη.

 

 

Το χωριό δίπλα στο ποτάμι

Το Λιουμπέτς είναι ένα χωριό χωρισμένο στα δύο από μια ασφαλτοστρωμένη δημοσιά. Στο πάνω μέρος είναι το νέο χωριό, με σύγχρονα, άνετα σπίτια, μεγάλα περιβόλια και βοηθητικά κτίσματα. Στο κάτω μέρος, στην κατηφοριά που καταλήγει στις όχθες του Κλιάζμα, είναι το παλιό χωριό, το χωριό που αποτελείται από ίζμπες, δηλαδή σπίτια φτιαγμένα από κορμούς δέντρων. Παλιά, τα σπίτια τα έφτιαχναν πάνω στο χώμα. Σήμερα, τα περισσότερα έχουν τοποθετηθεί, εκ των υστέρων, πάνω σε πλατφόρμες από μπετόν ή σε κολώνες. Στη μεθόριο ανάμεσα στο παλιό και το νέο χωριό είναι ο εγκαταλειμμένος ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που χτίστηκε το 1693. Στον περίβολό του υπάρχει το νεκροταφείο του χωριού, όπου δίπλα στους φρεσκοσκαμμένους τάφους βλέπεις μαρμάρινους σταυρούς και επιτύμβιες πλάκες δύο και πλέον αιώνων.

Ήμασταν καλεσμένοι του Μίσα και της Ναταλίας, ενός πυρηνικού φυσικού και μιας αγιογράφου, που ζουν στην ηλικίας 200 ετών ξύλινη ίζμπα του τελευταίου παπά του χωριού, ο οποίος εκτελέστηκε το 1938, μαζί με άλλους.

Η ίζμπα, άνετη και φιλόξενη, βρίσκεται σε ένα οικόπεδο δύο στρεμμάτων, καταπράσινο, με μηλιές, αγριοστάφυλα, σμεουριές, βατόμουρα αλλά και οξιές και ιτιές κλαίουσες και, στην άκρη, στο φράχτη, δίπλα στο ρέμα που το χωρίζει από το διπλανό νοικοκυριό, μερικές βελανιδιές. Η τουαλέτα βρίσκεται στην άκρη του οικοπέδου, ενώ λίγα μέτρα πιο πάνω ήταν το ξύλινο ρωσικό μπάνιο, ένα τόπος μυστηρίου, μύησης και απόλαυσης.

Ακριβώς απέναντι από την ίζμπα του παπά υπάρχουν τα τελευταία έξι σπίτια της αυθεντικής αρχιτεκτονικής του Βλαντίμιρ. Ξύλινα, ευρύχωρα, διώροφα με σοφίτα. Όπως μας είπαν, η σοφίτα ήταν απλά ένδειξη της ευμάρειας της οικογένειας, ένδειξη πλούτου. Δεν ήταν όμως μόνο αυτή. Ο αριθμός και ο διάκοσμος των παραθύρων της πρόσοψης ήταν ενδεικτικό σημάδι για την κοινωνική θέση του ιδιοκτήτη και της οικογένειάς του. Πώς σώθηκαν αυτά τα σπίτια μέχρι τις μέρες μας; Μυστήριο.

Η υποδοχή είχε όλα τα καλά. Βότκα παγωμένη, ψωμί, λαρδί, μεζέδες. «Ψάρια θα φάμε όσα πιάσουμε», είπε ο Μίσα γελώντας, την ώρα που γέμιζε για μια ακόμη φορά τα ποτήρια.  Η πρώτη μέρα πέρασε πίνοντας και γλεντώντας με τον παραδοσιακό ρωσικό τρόπο.

Αργά τη νύχτα, γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα,  ο έναστρος ουρανός και το θρόισμα των φυλλωμάτων των δέντρων ήταν η καλύτερη παρέα για μια βόλτα. Τον Ιούλιο το φως χάνεται γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα κι επανεμφανίζεται γύρω στις τρεις.

Το πρωί, φύγαμε για ψάρεμα. Το «φύγαμε» είναι τρόπος του λέγειν, αφού το μόνο που κάναμε ήταν να διασχίσουμε ένα κατηφορικό μονοπάτι, ανάμεσα σε βελανιδιές και ιτιές και να φτάσουμε στην όχθη του Κλιάζμα. Οι έμπειροι ψαράδες έπιασαν μέσα σε δυο ώρες που καθίσαμε εκεί (εγώ απλά έβλεπα και έπινα παγωμένη βότκα, μασουλώντας όμορφα καναπεδάκια με μαύρο ψωμί, λαρδί και αγγουράκια τουρσί), αρκετά γριβάδια και άλλα, τα ονόματα των οποίων ήταν αδύνατο να συγκρατήσει ο ταλαιπωρημένος από το αλκοόλ εγκέφαλός μου.

Επιστρέφοντας σπίτι, μαζέψαμε διάφορα ξερά κλαδιά ιτιάς. Ήταν το απαραίτητο υλικό για να καπνίσουμε τα ψάρια με τη βοήθεια μια αυτοσχέδιας συσκευής. Η διαδικασία κράτησε περίπου μια ώρα, κατά τη διάρκεια της οποίας πίναμε μπύρα και στοχαζόμασταν πάνω στα προαιώνια προβλήματα της ύπαρξης.

Η μέρα ήταν μακρά, ο ήλιος δεν έλεγε να γείρει και η βότκα ήταν ατελείωτη και παγωμένη. Ωστόσο, η καλή παρέα, η ψιλοκουβέντα και οι άπειρες πληροφορίες που κατέγραφα στο μικρό, φτηνό σημειωματάριό μου, έκανε τις ώρες να κυλούν γρήγορα. Πριν πέσουμε για ύπνο, ο Μίσα με τον Σεργκέι είπαν πως την επομένη θα την αφιερώσουμε σε επισκέψεις φίλων εδώ στο χωριό.

Το πρωί πήγαμε σε μια γειτονική φάρμα. Εκεί ο Ιβάν, ο ιδιοκτήτης, μαζί με τη σύζυγό του και έναν εργάτη, φροντίζουν δέκα τεράστια γουρούνια, πέντε κατσίκες, καμιά εκατοστή κότες, πάπιες και χήνες, αλλά και ένα εξαιρετικά οργανωμένο περιβόλι εκτάσεως μισού εκταρίου. Αγοράσαμε κατσικίσιο γάλα, κατσικίσιο τυρί και δυο δωδεκάδες αυγά. Δεν μας άφησε όμως να φύγουμε πριν πιούμε τα νόμιμα 100 γραμμάρια. Εξαιρετικό σπιτικό απόσταγμα στο οποίο είχε εμβαπτιστεί τριμμένη ρέβα για ένα δεκαήμερο. Ενδιαφέρουσα εμπειρία.

Ξεκινήσαμε τις επισκέψεις.

 

 

Ο Βάνια ο σνάιπερ

Πήγαμε στο διπλανό σπίτι. Μας άνοιξε ένας κοντός, για τα ρωσικά δεδομένα, σαραντάρης, με σπινθηροβόλο γαλανό βλέμμα, γεροδεμένος, με πολύ στιβαρά χέρια.

Έσκαβε ο Βάνιας για να φτιάξει τα θεμέλια και το υπόγειο της νέας ίζμπας. Σε μια περιφραγμένη λιμνούλα μια άγρια πάπια με τα μικρά της πλατσούριζαν στα νερά. Χρήσιμο ζώο η άγρια πάπια. Την δένουν στο ποτάμι την περίοδο της αναπαραγωγής κι όσο αυτή κράζει ελκύει τις άγριες αρσενικές πάπιες. Οι κυνηγοί παραμονεύουν εκεί γύρω και πυροβολούν. Το μόνο που απομένει είναι να πάει το εγγλέζικο εκπαιδευμένο σέτερ να φέρει τη λεία.

Δίπλα στη λιμνούλα, πάνω σε ένα πάγκο, είχε ένα μακρύκανο αεροβόλο. «Τι το θέλεις;», τον ρώτησα. «Βλέπεις εκείνες τις βελανιδιές εκεί κάτω; Λίγο πιο πάνω από την όχθη του ποταμού;», μου απάντησε, δείχνοντας σε μια απόσταση ογδόντα περίπου μέτρων. Έγνεψα καταφατικά. «Έρχονται κάτι κοράκια και τρώνε τους βλαστούς στο κάτω περιβόλι. Τα χτυπάω από δω». Εντυπωσιακό επίτευγμα, σκέφτηκα από μέσα μου. Δεν ήξερα ακόμη.

Ήπιαμε κι εδώ τα νόμιμα εκατό γραμμάρια, με μεζέ φρέσκα αγγουράκια, καρότα και λίγο λαρδί και φύγαμε.

Βγαίνοντας έξω ο Μίσα μου είπε την ιστορία του Βάνια.

Στον δεύτερο πόλεμο της Τσετσενίας, το 2000 - 2001, ο Βάνια και η παρέα του, όλοι μηχανουργοί στο εργοστάσιο κατασκευής αυτόματων και πολυβόλων μεγάλου βεληνηκούς, πήγαν εθελοντές. Μετά από ένα χρόνο γύρισαν μόνο ο Βάνια κι ένας άλλος φίλος του. Ο Βάνια, όμως ξαναπήγε για άλλα δύο χρόνια. Γύρισε σιωπηλός, παρασημοφορημένος και κάπως απόμακρος. Αργότερα, μέσω της Στρατολογίας μαθεύτηκε πως υπηρέτησε ως σνάιπερ και σκότωσε δεκαεννέα εχθρούς.

Ο Μίσα μου είπε πως πολλές φορές τις νύχτες ο Βάνια ουρλιάζει μέσα στον ύπνο του. Μια φορά, πάνω στο ποτό, του εκμυστηρεύτηκε πως βλέπει τα πρόσωπα εκείνων που σκότωσε. Κάθε χρόνο, στις αρχές του φθινοπώρου, στο σπίτι του Βάνια, κάτω στο ποτάμι, μαζεύονται οι συμπολεμιστές του, ανάβουν φωτιά, ψήνουν κρέατα και πατάτες και μεθούν στη μνήμη εκείνων που έμειναν στα βουνά του Βόρειου Καυκάσου. Είναι ο ρωσικός τρόπος συνομιλίας με το θάνατο. Εδώ και αιώνες.

 

 

Ο ζωγράφος Σεργκέι Γιουκίν

Λίγες ίζμπες πιο κάτω, ζει ένας εβδομηνταεπτάχρονος ζωγράφος, ο οποίος τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια μαθαίνει μόνος του ελληνικά, ακούει ελληνικά τραγούδια, αγαπάει την Ελλάδα, αλλά δεν την έχει επισκεφτεί ποτέ και μάλλον δεν πρόκειται να την επισκεφτεί ποτέ.

Η ίζμπα του Σεργκέι Γιουκίν, γόνου ζωγράφων και εξαίρετου ζωγράφου, δεν έχει σύνδεση με την παροχή φυσικού αερίου, πράγμα που σημαίνει πως κατά τη διάρκεια του βαρύτατου ρωσικού χειμώνα θερμαίνεται με τη βοήθεια των δύο ρωσικών τζακιών που διαθέτει. Στο ένα από αυτά, κοιμάται, όπως μου έδειξε ο ίδιος.

Ο Σεργκέι έζησε και εργάστηκε για χρόνια πολλά στην Μόσχα, όπου απέκτησε φήμη και αρκετά χρήματα, καθώς και ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Κάποια στιγμή, από κοινού με τη γυναίκα του, αποφάσισαν να πουλήσουν το διαμέρισμα. Με τα χρήματα που πήραν η γυναίκα του, επιμελήτρια για πολλά χρόνια στο Μουσείου «Α. Σ. Πούσκιν», αγόρασε ένα διαμέρισμα στην Καλαβρία της Ιταλίας, και με τα υπόλοιπα ο Σεργκέι τούτην εδώ την ίζμπα.

Ενθουσιασμένος ο Σεργκέι που τον επισκέπτονται δύο Έλληνες, εγώ με τον γιο μου, έβγαλε ένα πανάκριβο ουίσκι, το οποίο και καταναλώσαμε οι πέντε άντρες μέσα στα πρώτα είκοσι λεπτά. Ακολούθησε ένα τρίλιτρο μπουκάλι της ιδίας μάρκας. Η κουβέντα είχε ανάψει, ο Σεργκέι μου έδειχνε την ίζμπα περήφανος που διατηρεί τον τρόπο ζωής του 19ου αιώνα. Στα εβδομήντα επτά του χρόνια, καταφέρνει να καλλιεργεί το περιβόλι του, από το οποίο παίρνει όλα τα αναγκαία για να ζήσει τους δύσκολους μήνες του χειμώνα. Μαζεύει μανιτάρια, τα αποξηραίνει, τα μαρινάρει, τα συσκευάζει. Κυνηγάει κανονικά για το κρέας του και ψαρεύει στο ποτάμι. Στην πίσω αυλή του έχει μπήξει ένα χοντρό στύλο στη γη και έχει καρφώσει επάνω του ένα στόχο φτιαγμένο από σανίδες. Εκεί προπονείται στη ρίψη των μαχαιριών, άθλημα στο οποίο διακρίθηκε ο γιος μου Βασίλης, μη αντέχοντας άλλο την ανεξέλεγκτη και διαρκή κατανάλωση αλκοόλ.

Ήταν περασμένο μεσημέρι. Ο ήλιος έπεφτε από το παράθυρο της σοφίτας σε ένα συγκεκριμένο σημείο του δωματίου. Ο Σεργκέι πετάχτηκε, βγήκε από το δωμάτιο για λίγο κι επέστρεψε με μια αγκαλιά πίνακές του. Άρχισε να μου τους δείχνει. Μάλλον θα ένιωσε την ταραχή μου όταν είδα ένα πίνακα με ένα χιονισμένο τοπίο στο κέντρο του οποίου ήταν η ίζμπα του Μίσα. Τον σήκωσε και μου τον έδωσε. «Χάρισμα στον Έλληνα» είπε γελαστά και κατέβασε άλλο ένα ποτήρι γεμάτο με το απόσταγμα από τα βουνά της Σκωτίας. Στη συνέχεια είδα έναν άλλο, μια σειρά από σημύδες αντικατοπτρίζονταν πάνω σε μια λιμνούλα λίγο έξω από το χωριό, δίπλα στο νεκροταφείο. Τον αγόρασα. Τώρα θα έχω τη δική μου ρωσική γωνιά, τη γωνιά του Λιουμπέτς στην Αθήνα.  Μαζί με τον πίνακα μου έδωσε ένα βιβλίο με τα διηγήματά του και τον κατάλογο από την τελευταία μεγάλη ατομική του έκθεση στην Μόσχα.

Ο Σεργκέι Γιουκίν, με την πολυτάραχη, ενδιαφέρουσα ζωή του, επέλεξε να ζει στο παλιό χωριό του Λιουμπέτς, αρνούμενος τις ευκολίες μιας ζωής που θεωρεί πως προάγει την ήσσονα προσπάθεια και τη φυγοπονία. Βαθύτατα πιστός, με όλη εκείνη την ρωσική αγνότητα ψυχής, ζει και διακονεί την τέχνη του. Ακόμη και η ίδια του η μορφή είναι ασκητική. Λιπόσαρκο κορμί, ευγενική μορφή με ένα καθηλωτικό βλέμμα γαλανό, ένα χαμόγελο που μοιάζει έτοιμο να γίνει η αγκαλιά του κόσμου τούτου. Δεν άντεξα και είπα στον Μίσα: διά Χριστόν Σαλός ο Σεργκέι. Κι ο Μίσα ανταπέδωσε με ένα παιδικό, συνωμοτικό χαμόγελο.

 

 

Ο ευγενής κ. Μιχαήλ Γκολίτσιν

Όλοι μαζί, φύγαμε από το σπίτι του Σεργκέι, για να πάμε στο σπίτι του κ. Μιχαήλ, το γένος Γκολίτσιν.

Πριν δύο χρόνια είχα επισκεφτεί το χωριό και την έπαυλη Μπολσόι Βιαζιόμι, στο χωριό Γκολίτσινο στις όχθες του ποταμού Βιάζεμκα. Εντυπωσιακή εμπειρία, αρκεί να φανταστεί κανείς στο ποίημα του Αλεξάντρ Πούσκιν, υπάρχουν στροφές που περιγράφουν το αρχοντικό αυτό.

Το γένος των Γκολίτσιν μνημονεύεται για πρώτη φορά περί τις αρχές του 15ου αιώνα. Πατριάρχης του γένους θεωρείται ο εγγονός του λιθουανού πρίγκιπα Γκεντιμίν, Πατρίκιος, Ηγεμόνας του Ζβενίγκοροντ και αξιωματικός του Μεγάλου Ηγεμόνα της Μόσχας Βασίλι Ντμίτριεβιτς.

Στο γένος των Γκολίτσιν ανήκαν στρατηλάτες, επιστήμονες, καλλιτέχνες, πολιτικοί, ιερωμένοι. Είναι αναρίθμητοι οι Γκολίτσιν που αναφέρονται στις ρωσικές γενεαλογίες, στις επιστημονικές, στρατιωτικές, εκκλησιαστικές επετηρίδες κ.α. Ακόμη και σήμερα, συναντώνται τακτικά εντός και εκτός της Ρωσίας και κάθε σύναξη περιλαμβάνει μερικές δεκάδες φορείς αυτού του επιθέτου που ζουν ανά τον κόσμο.

Ο κ. Μιχαήλ, φέτος θα γιορτάσει τα ογδόντα του χρόνια. Γεννήθηκε το 1936, σε μια εποχή κατά την οποία το να ανήκεις σε γένος ευγενών και αριστοκρατών ήταν το εισιτήριο για τα γκουλάγκ – ή ακόμη και το θάνατο. Ήταν γόνος «πρώην» ανθρώπων, δηλαδή ανθρώπων του παλιού τσαρικού καθεστώτος, δεν είχε πολιτικά δικαιώματα, ούτε καν το δικαίωμα να ζει σε μεγάλες πόλεις. Σπούδασε Γεωλογία και εργάστηκε για 56 ολόκληρα χρόνια στο Επιστημονικό Ερευνητικό Ινστιτούτο Υδρολογίας. Συμμετείχε σε επιστημονικές ερευνητικές αποστολές σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ρωσίας. Έχει διδακτορικό στη Γεωλογία, παντρεύτηκε τρεις φορές κι έχει τέσσερα παιδιά.

Τα τελευταία πολλά χρόνια, ζει στο χωριό Λιουμπέτς, σε μια ξύλινη ίζμπα περίπου διακοσίων ετών. Έχει μια τεράστια αυλή με μια καρυδιά «τριών γενεών», όπως μου είπε, δίπλα σε ένα πανέμορφο χτιστό πηγάδι. Ο κ. Μιχαήλ ζει με την κατά πολύ νεότερη σύζυγό του, θεωρείται ένας από τους καλύτερους καλλιτέχνες στην ξυλογλυπτική και το αγαπημένο του φαγητό είναι οι τηγανητές πατάτες, αφορμή για να κάνουμε μια ολόκληρη κουβέντα για το ελαιόλαδο, την Ελλάδα, την τέχνη της, την Ορθοδοξία κ.λπ. Εννοείται πως η συζήτηση στον κήπο, κάτω από την καρυδιά και δίπλα στο πηγάδι, συνοδευόταν από βότκα και βραστές πατάτες με ψιλοκομμένο φρέσκο κρεμμυδάκι. Κατά διαστήματα, σηκωνόμασταν, πηγαίναμε μέσα στην ίζμπα, όπου μου έδειχνε τα γλυπτά του, εμπνευσμένα όλα από τη σλαβική μυθολογία.

Εκείνο που εντυπωσιάζει στον κ. Μιχαήλ είναι ότι, παρά τις κακουχίες τις δικές του και της οικογένειάς του, ποτέ δεν είπε κακό λόγο σε κανέναν για το σοβιετικό καθεστώς. Αποτραβηγμένος από την πολύβουη αστική ζωή ζει στο Λιουμπέτες, υπηρετεί την τέχνη του και διακονεί την πίστη του. Η σκέψη για τους διά Χριστόν Σαλούς δεν λέει να μ’ αφήσει.

Οι κάθε άλλο παρά ήσυχες ημέρες του Ιουλίου κρατάνε πολύ. Ο ήλιος μένει στο στερέωμα είκοσι ώρες περίπου, προκαλώντας μια αναστάτωση στον οργανισμό που δεν μπορεί να συνηθίσει.

Γύρω στις δέκα το βράδυ, όλοι μαζί, αποφασίσαμε πως πρέπει να γυρίσουμε στην ίζμπα του Μίσα για να δειπνήσουμε. Δέκα άτομα εισβάλαμε στη φιλόξενη κουζίνα με το μακρόστενο μοναστηριακού τύπου τραπέζι, το οποίο ήταν ήδη στρωμένο με του κόσμου τα καλά.

Την μια στιγμή κοίταξα τον ουρανό και είχε ακόμη φως, μετά από λίγο είχε πέσει το λυκόφως που θα κρατούσε μέχρι το ξημέρωμα σε λίγες ώρες. Περνάει γρήγορα ο καιρός στο Λιουμπέτς, μα δείχνει ακίνητος στην κάτω μεριά της δημοσιάς.

 

Λιουμπέτς

Κεντρική Ρωσία

 

10 Ιουλίου 2016

Το «μαύρο» του ΣΥΡΙΖΑ

 

Κλείνοντας μια κρατική ραδιοτηλεόραση που είχε διολισθήσει στην κακώς νοούμενη δημοσιοϋπαλληλία, ένα κρατικό κανάλι που είχε ξεφύγει από τον κυβερνητικό έλεγχο και, αντίθετα, κυριαρχούσε σ’ αυτό η αντιμνημονιακή (και αντιευρωπαϊκή) ρητορική, ο Αντώνης Σαμαράς, τον Νοέμβριο του 2013,  προσέφερε μια ανέλπιστη ευκαιρία στους αντιπάλους του που καιροφυλακτούσαν να κυριαρχήσουν σε ένα ακόμα αντικυβερνητικό μέτωπο, από τα πολλά που αντιπολιτεύονταν την τότε κυβέρνηση. Ήταν ένα κίνημα υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης, κατά της χειραγώγησης της πληροφορίας από την κυβέρνηση. Οι λεπτομέρειες δεν είχαν σημασία. Σημασία είχε η αντίσταση «στο μαύρο» του Σαμαρά, η αποκατάσταση των εργαζομένων που έμειναν στο δρόμο. Η αποκατάσταση έγινε σκοπός της ζωής πολλών – και «το μαύρο της ΕΡΤ» ήταν ακόμα ένα έμβλημα του Αλέξη Τσίπρα στο δρόμο του προς την εξουσία.

Η υπόσχεσή του να αποκαταστήσει τη λειτουργία της ΕΡΤ και να ξαναπροσλάβει τους απολυμένους, η μόνη υπόσχεση που ο σημερινός πρωθυπουργός έκανε πράξη, του εξασφάλισε εύκολα και σχετικά ανέξοδα μια τεράστια υποστήριξη στο πιο μαζικό ΜΜΕ (ακόμα) της εποχής μας, την τηλεόραση. Με τις κατάλληλες προσαρμογές του προγράμματος, η ΕΡΤ έγινε η φωνή της κυβέρνησης, το προπαγανδιστικό κανάλι του κυβερνητικού διπόλου ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Διότι η τηλεόραση έχει δύναμη.

 

***

 

Ένα από τα σχέδια του Αλέξη Τσίπρα, καλλιεργημένο σε πολύ μεγάλη μερίδα του Τύπου, εμπεδωμένο στην κοινωνία και οικειοποιηθέν από την Αριστερά (και τον ΣΥΡΙΖΑ), ήταν η πάταξη της διαπλοκής. Υποτίθεται ότι η λεγόμενη διαπλοκή έφταιγε για όλα τα δεινά της νεότερης Ελλάδας. Σύμφωνα μάλιστα με την ανάλυση αυτή, η διαπλοκή συνίστατο σε επιχειρηματίες που εργάζονταν ως εργολάβοι του κράτους κι οι οποίοι μπήκαν στην αγορά των ΜΜΕ για να πιέσουν τις κυβερνήσεις υπέρ των υπόλοιπων συμφερόντων τους. Ο κύριος εισηγητής της έννοιας της διαπλοκής ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο οποίος προσπάθησε να δικαιολογήσει τις επιθέσεις που ασκήθηκαν στην κυβέρνησή του (η σκληρή κριτική που δέχτηκε, στην πραγματικότητα ήταν κυρίως για το φιλελεύθερο μείγμα της πολιτικής του, από μια κοινωνία εθισμένη στον κρατισμό). Αλλά, κατόπιν, την έννοια οικειοποιήθηκε απολύτως η Αριστερά.

Η έννοια της διαπλοκής, μαζί με μια συνωμοσιολογική αντίληψη για την τηλεόραση που ξεκινούσε από τον γνωστό αφορισμό του καναδού επικοινωνιολόγου Μάρσαλ ΜακΛούαν «Το μέσο είναι το μήνυμα», ήταν η καραμέλα των αριστερών πολιτικών στα ΜΜΕ. Ο Αλέξης Τσίπρας, κατά συνέπεια, είχε έτοιμο το θεωρητικό σχήμα για να ντύσει το σχέδιό του να περιορίσει τις ελευθερίες: κλείνοντας κανάλια, πολεμάω τη διαπλοκή, φτιάχνω ένα πιο ευνοϊκό πεδίο για τις θέσεις μας στην περιοχή της τηλεόρασης. Διά του υπουργού Επικρατείας, Νίκου Παππά, τρομοκράτησε τις χειμαζόμενες από την κρίση και από το Ίντερνετ επιχειρήσεις Τύπου (που αρχικά όλες προσπάθησαν να του αποδείξουν ότι τον στηρίζουν) και, στη συνέχεια, έδωσε στους οπαδούς του την εντύπωση ότι, βάζοντας τάξη στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, πάτησε κάτω τη διαπλοκή.

Κάπως έτσι, έπνιξε το γεγονός ότι τους κανόνες του παιχνιδιού βάσει του οποίου δημιουργήθηκε η αγορά των ΜΜΕ μετά το 1980, είχε συνυπογράψει ο ΣΥΝ, προγονικό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Υποβάθμισε τα θέματα νομιμότητας, και κυρίως την παράκαμψη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, της ανεξάρτητης αρχής που ορίζει τους κανόνες του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου. Και επέλεξε, στο όνομα της πάταξης της διαπλοκής, να ορίσει ένα νέο πεδίο – το οποίο θεωρούσε ότι θα είναι περισσότερο εξαρτημένο από το κράτος, άρα θα είναι ευνοϊκό στα σχέδιά του.

Αλλά στο σημείο αυτό ο Αλέξης Τσίπρας έκανε λάθος. Καταδικάζοντας κανάλια στο «μαύρο», που ο ίδιος κατήγγελλε, στην ουσία δημιουργεί ανεργία και τις συνθήκες ενός αχειραγώγητου κινήματος εναντίον του, που θα μπορούσε να τον πνίξει.

 

***

 

Ανεξαρτήτως των νομικών εξελίξεων που εκκρεμούν και των ευρωπαϊκών αντιδράσεων που αναμένονται, το κίνημα αυτό ήδη προετοιμάζεται. Η ΕΣΗΕΑ δεν θα μπορέσει να είναι πλέον φερέφωνο των κυβερνητικών στόχων. Η επιτυχία του Αλαφούζου να κρατήσει τον Σκάι, μαζί με την αποτυχία του Βαρδινογιάννη να κρατήσει τον Σταρ (συν την ήττα του στο Μέγκα) δημιουργεί μόνιμη εστία τριβής της κυβέρνησης με μεγάλα συμφέροντα. Και εκτός των άλλων, ήρθε η ώρα η κυβέρνηση να κατανοήσει ότι στο όνομα της διαπλοκής κτυπά τη δημοσιογραφία.

Η ελληνική δημοσιογραφία έχει πολλά προβλήματα. Το μεγάλο τμήμα της συνέβαλε στην μεταπολιτευτική κοινοτοπία, στη μεγάλη παραίσθηση που μας οδήγησε στην άρνηση παραδοχής της πραγματικότητας. Ωστόσο, έχει μερικές φωνές που δεσπόζουν – και θα συνεχίσουν να δεσπόζουν και να παίζουν ρόλο, διότι έχουν υψηλό επίπεδο, πληροφορίες, αναλυτική δυνατότητα, σχετική ανεξαρτησία και πολλούς αναγνώστες-ακροατές-τηλεθεατές.

Μια κυβέρνηση που παραπαίει δεν μπορεί παρά να δέχεται συνεχώς βολές από αυτή τη δημοσιογραφία – η φωνή της οποίας αναπαράγεται σαν από ηχείο και εμπεδώνεται εκεί όπου οι ψεύτικες υποσχέσεις συγκρούστηκαν με τη σκληρή πραγματικότητα.

Ο Αλέξης Τσίπρας, ρίχνοντας μαύρο σε μια σειρά ιδιωτικά κανάλια, θα βρεθεί χωρίς να το καταλάβει απέναντι σε μια δημοσιογραφία που πλέον δεν θα μπορεί να την κατηγορήσει ως διαπλεκόμενη – επειδή θα αγωνίζεται και για την επιβίωσή της, αλλά και για την ελευθερία της έκφρασης. Χωρίς να το καταλάβει, δημιούργησε ένα μέτωπο σύγκρουσης με την κυβέρνησή του – μια κυβέρνηση που θα χρειάζεται να αντιμετωπίζει συνεχώς νέα προβλήματα. Καληνύχτα και καλή τύχη.

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά