Σάββατο, 06 Αυγούστου 2016

Γράμμα από τη Ρωσία #25. Στο παλάτι του Αντρέι Μπογκολιούμπσκι

Κατηγορία Στήλες
Γράφτηκε από τον 
Ο ναός της Σκέπης στον ποταμό Νερλ. Ο ναός της Σκέπης στον ποταμό Νερλ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Η απόστασή από το Βλαντίμιρ στο Σούζνταλ είναι μόλις 35 χιλιόμετρα και μπορεί κανείς να τη διανύσει είτε με κάποιο από τα τοπικά λεωφορεία είτε νοικιάζοντας ταξί. Όσοι επισκέπτονται το Βλαντίμιρ θεωρούν χρέος τους να πεταχτούν μέχρι το Σούζνταλ, και δεν λαθεύουν.

Ωστόσο, ένα μικρό θαύμα, κρύβεται στα μέσα στη διαδρομής προς aνατολάς. Κοντά στο σημείο όπου ο ποταμός Νερλ πέφτει στον ποταμό Κλιάζμα, πάνω σε στον λόφο της αριστερής όχθης, βρίσκεται χτισμένη η «λιθόκτιστη πόλη με το όνομα Μπογκολιούμπι» που σημαίνει: Εκείνος που αγαπάει τον Θεό.

Η πόλη αυτή είναι ένα αρχιτεκτονικό θαύμα του 12ου αιώνα. Χτίστηκε κατ’ εντολή του Μεγάλου Ηγεμόνα Αντρέι Γιούριβιτς, γιου του Ηγεμόνα του Κιέβου Γιούρι Ντολγκορούκι. Σύμφωνα με την παράδοση, η ίδρυση της πόλης συνδέεται με την Παναγία που φανερώθηκε στον Ηγεμόνα.

Ας πάρουμε όμως την ιστορία από την αρχή.

Το 1115 ο Ηγεμόνας Αντρέι εγκατέλειψε «χωρίς την ευλογία του πατέρα» του την πόλη του Κιέβου και τράβηξε προς τα μέρη του Βλαντίμιρ και του Σούζνταλ. Φεύγοντας μαζί με το στράτευμα και την αυλή του, πήρε διάφορα κειμήλια, όπως τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, η οποία στη συνέχεια πήρε το προσωνύμιο Βλαντίμιρσκαγια, δηλαδή η Παναγία του Βλαντίμιρ και το θρυλικό ξίφος του Αγίου Μπορίς. Ακολούθησε τη γνωστή την εποχή εκείνη διαδρομή, από την αριστερή όχθη του ποταμού Κλιάζμα. Λίγο πριν φτάσουν στην εκβολή του ποταμού Νερλ, τα άλογα ξαφνικά και χωρίς καμιά αιτία σταμάτησαν κι έτσι ο Ηγεμόνας διέταξε να στήσουν στο σημείο εκείνο το στρατόπεδό τους και να διανυκτερεύσουν. Η αιτία δεν ήταν άλλη από την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Τη νύχτα η Θεοτόκος εμφανίστηκε στον ύπνο του Αντρέι, ο οποίος πριν κοιμηθεί για ώρα πολλή προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα της. Η Παναγία τον πρόσταξε να χτίσει στο σημείο εκείνο ένα κάστρο και να παραγγείλει μία εικόνα της, πράγμα που ο Ηγεμόνας έκανε και έτσι ξεκίνησε η ιστορία της Ηγεμονίας του Βλαντίμιρ και του Σούζνταλ που κατέχουν κομβική θέση στη ρωσική ιστορία.

 

 

Από το θρύλο στην ιστορία

Σύμφωνα με τον κατά πολύ μεταγενέστερο «Βίο του Αντρέι Μπογκολιούμπσκι» του 1701, ο Αντρέι Γιούρεβιτς έλαβε το προσωνύμιο «Μπογκολιούμπσκι» από την ομώνυμη πόλη Μπογκολιούμποφ που βρισκόταν κοντά στο Βλαντίμιρ και εκεί είχε φτιάξει την κατοικία του. Ορισμένοι άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν το αντίθετο, ότι δηλαδή, επειδή ο Αντρέι ήταν θεοσεβούμενος, θεμελίωσε στη ρωσική παράδοση τη συνήθεια να αποκαλούνται οι ηγεμόνες «θεοσεβούμενοι», αναδεικνύοντας έτσι το χαρακτήρα τους.

Οι μοναδικές πληροφορίες που έχουν για τη γέννησή του, περίπου το 1111, περιλαμβάνονται σε ένα χρονικό που γράφτηκε μετά από 600 χρόνια, και συγκεκριμένα στην Ιστορία του Βασίλι Τατίστσεφ. Πληροφορίες για τα παιδικά του χρόνια και τη νιότη του δεν έχουμε.

Γνωρίζουμε ότι το 1146, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Ροστοσλάβ, έδιωξε από το Ριαζάν τον σύμμαχό τους Ιζιασλάβ Μστισλάβιτς, αναγκάζοντάς τον να βρει καταφύγιο στις φυλές των Πολοβτσάνων.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1149, αφού ο Γιούρι Ντολγκορούκι είχε καταλάβει το Κίεβο, συμμετείχε στην εκστρατεία κατά του Ιζιασλάβ Μστισλάβιτς στο Βολίν και επέδειξε ιδιαίτερη ανδρεία στην επιχείρηση εφόδου στο κάστρο Λουτσκ, χωρίς ωστόσο να στεφθεί η προσπάθειά του με επιτυχία. Για ένα διάστημα ήταν ο ηγεμόνας του Βίσγκοροντ, κατ’ εντολή και κατ’ ανάθεση του πατέρα του. Το 1153 ο πατέρας του του ανέθεσε την ηγεμονία του Ριαζάν, αλλά ο Ροστισλάβ Γιαροσλάβοβιτς επέστρεψε μαζί με τους Πολοβτσάνους από τη στέπα και τον έδιωξε, τα δε χρονικά της εποχής αναφέρουν πως για να γλιτώσει έφυγε φορώντας μόνο μία μπότα. Έντονη προσωπικότητα καθώς, ήταν ήρθε σε σύγκρουση με τον πατέρα του και χωρίς να πάρει την άδειά του, κίνησε για την πόλη Βλαντίμιρ στον ποταμό Κλιάζμα. Τα υπόλοιπα τα εξηγεί ο θρύλος πολύ καλά. Έτσι ιδρύθηκε η πόλη του Βλαντίμιρ.

Ωστόσο, στη διαδρομή ανάμεσα στο Βλαντίμιρ και το Σούζνταλ, βρίσκεται η μονή του Μπογκολιούμποβο που ξεχωρίζει μέσα στο τοπίο. Εκεί βλέπουμε τον μεγαλοπρεπή ναό της Γεννήσεως της Θεοτόκου με τον μεγάλο μπλε τρούλο και τους τέσσερις μικρότερους που τον περιβάλλουν. Ακριβώς πίσω από το ναό βρισκόταν το παλάτι του Αντρέι Μπογκολούμπτσκι, από το οποίο έχει σωθεί ένα μικρό μέρος μόνο. Τόσο ο ναός, όσο και το παλάτι είναι εξαιρετικά δείγματα της ρωσικής αρχιτεκτονικής, στην οποία το βασικό δομικό υλικό είναι η λευκή πέτρα. 

Η είσοδος στη μονή είναι ελεύθερη, αρκεί βέβαια, οι άντρες να φοράνε μακρύ παντελόνι και οι γυναίκες μακριές φούστες και μαντίλες, πράγμα που δεν δείχνει να ενοχλεί κανέναν. Οι περιποιημένοι χώροι της μονής, το περιβόλι, τα βοηθητικά κτίρια, το περίπτερο που πουλάει κβας, ένα ξινό ρωσικό αναψυκτικό με βάση τη βύνη, και αναμνηστικά είναι βυθισμένα στη σιωπή. Οι μοναχοί μετακινούνται σχεδόν αθόρυβα.

Η κεντρική Ρωσία είναι ένας παράξενος τόπος. Το εύκρατο ηπειρωτικό της κλίμα δεν είναι εύκολο για τους ανθρώπους που έρχονται από τις ζεστές θάλασσες.

Φτάσαμε στη μονή νωρίς το απόγευμα. Ο ήλιος έκαιγε και η υγρασία είχε νοτίσει κάθε εκατοστό των ρούχων μας.

Με βιαστικά βήματα μπήκαμε στο ναό της Γεννήσεως της Θεοτόκου, του 12ου αιώνα, αναζητώντας λίγη δροσιά. Συναντήσαμε μια μεγάλη ομάδα ηλικιωμένων γερμανών τουριστών με τον ξεναγό τους.

Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει τον επισκέπτη μπαίνοντας στο ναό που λειτουργεί, πλέον, ως μουσείο, είναι το εκμαγείο με το πρόσωπο του Αντρέι Μπογκολιούμπσκι. Αντί για τη συνηθισμένη σλαβική μορφή, το βλέμμα αιχμαλωτίζεται από ένα καθαρά ασιατικό πρόσωπο, με τα εξογκωμένα ζυγωματικά και τα σχιστά μάτια. 

Αρχικά, μπροστά στο ναό υπήρχε ένα τεράστιο γλυπτό «ποτήριο» με αγιασμό, ακριβώς κάτω από τον τρούλο που στηριζόταν στις οκτώ κολώνες. Σήμερα, ο επισκέπτης μπορεί να δει το βάθρο πάνω στο οποίο στεκόταν, στο οποίο είναι σκαλισμένες τέσσερις γυναικείες μορφές. Μυστηριώδες το βάθρο και κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει τι σημαίνουν αυτές οι μορφές.

Στο ίδιο μουσείο τώρα, ο επισκέπτης μπορεί να δει μια σαρκοφάγο από λευκή πέτρα και στρογγυλό κάλυμμα. Ο χώρος μπροστά στο ναό είναι στρωμένος με λευκές πλάκες. Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, στο χώρο αυτό βημάτιζε ο αυταρχικός ηγεμόνας, συνοδευόμενος από τον προσωπικό του ιερέα Μικούλα, αλλά και οι υπόλοιποι αξιωματούχοι της ηγεμονίας τους.

Για δεκαεπτά ολόκληρη χρόνια ηγεμόνευσε στο Βλαντίμιρ ο Αντρέι, έχοντας ως έδρα τον πύργο αυτό που βρισκόταν τότε έξω από την πόλη. Στον πύργο αυτό διαδραματίστηκε και η τελευταία πράξη του δράματος, με την τραγική και άνανδρη δολοφονία του από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Στις 29 Ιουνίου 1174, είκοσι άτομα ανέβηκαν τη στριφογυριστή σκάλα σαν λυσσασμένα σκυλιά και μπήκαν στα ενδιαιτήματα του ηγεμόνα, σπάζοντας την πόρτα. Άοπλος ο Αντρέι αντιστάθηκε όσο μπορούσε, ενώ είναι χαρακτηριστικό, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση του 1934, ότι όλα τα χτυπήματα που δέχτηκε ήταν από πίσω, στην πλάτη του. Όταν στη συνέχεια ο ηγεμόνας σωριάστηκε κι έμεινε ακίνητος, οι φονιάδες έφυγαν, αλλά εκείνος σύρθηκε ζωντανός, κατέβηκε τη σκάλα και κρύφτηκε σε μια εσοχή της εισόδου. Οι φονιάδες ειδοποιημένοι από προδότες επανήλθαν και αποτελείωσαν το φριχτό τους έργο.

Ανεβαίνοντας τη σκάλα, ο επισκέπτης βρίσκεται σε ένα μικρό δωμάτιο από ένα μεγάλο παράθυρο χωρισμένο σε τρία μέρη με δύο κολόνες. Το παράθυρο θυμίζει έντονα την αντίστοιχη χρονικά ιταλική αρχιτεκτονική. Είναι όμως το μοναδικό τέτοιο παράθυρο στη ρωσική αρχιτεκτονική του 12ου αιώνα. Από το παράθυρο αυτό η θέα είναι απλά συγκλονιστική. Ήξεραν να επιλέγουν τοποθεσίες για να χτίσουν τα παλάτια τους οι Ρώσοι ηγεμόνες. Το συγκεκριμένο δωμάτιο, κατά την παράδοση, ήταν το δωμάτιο της προσευχής.

Στον δεύτερο όροφο έχουμε στους τοίχους του τμήματα μια νωπογραφίας που περιγράφει τη «δολοφονία του Αντρέι», η οποία είναι του 18ου αιώνα  και την οποία «ζωγράφισαν εξ αρχής» το 1891. Πρόκειται για τη στοά που ενώνει το ναό με το παλάτι. Ο κάτω όροφος έχει σταυροειδή μορφή.

Από τον αρχικό ναό έχουν σωθεί μέχρι τις μέρες μας μόνο τα θεμέλια. Έχει ξαναχτιστεί το 1751, ενώ στη θέση του παλατιού του ηγεμόνα χτίστηκε ένα κτίριο που χρησίμευσε ως κατοικία μοναχών. Όλα τα υπόλοιπα κτίρια που βρίσκονται μέσα στη μονή ανήκουν στον 18ο και στον 19ο αιώνα.

Κινώντας προς την έξοδο του μικρού αυτού μουσείου, διαπιστώσαμε πως ο καιρός στη Ρωσία είναι απρόβλεπτος. Μια ξαφνική νεροποντή μας κράτησε για αρκετά λεπτά στην είσοδο. Ο χρόνος όμως ήταν αρκετός για να αποφασίσουμε πως, μιας και φτάσαμε ώς εδώ, θα πηγαίναμε να δούμε από κοντά το ναό της Σκέπης που βρίσκεται στον ποταμό Νερλ.

 

 

 

Ένας ναός που επιπλέει

Είναι ο πλέον γνωστός ρωσικός ορθόδοξος ναός σε ολάκερο τον κόσμο. Ποιος δεν έχει δει ένα ναό, κατασκευασμένο από λευκή πέτρα, να υψώνεται μέσα σε μια λίμνη.

Η αλήθεια είναι κάπως διαφορετική.

Ο ναός είναι χτισμένος σε ένα κομμάτι γης που περιβάλλεται από τεράστιες στέπες. Η μορφολογία του εδάφους είναι τέτοια που, όταν πλημμυρίζουν την άνοιξη τα ποτάμια και οι παραπόταμοι της περιοχής, πλημμυρίζει και η έκταση γύρω από το ναό, έτσι η πρόσβαση σε αυτόν χρειάζεται βάρκες.

Ήμασταν τυχεροί μέσα στην ατυχία μας. Τα νερά είχαν υποχωρήσει από καιρό. Η διαδρομή από το σημείο που σταματάει ο αμαξητός δρόμος μέχρι το ναό είναι περίπου δυο χιλιόμετρα. Αφού διασχίσαμε την αερογέφυρα για να αποφύγουμε την πολυσύχναστη σιδηροδρομική γραμμή, πήραμε το μονοπάτι που οδηγεί στο ναό της Σκέπης.

Τα ρωσικά κουνούπια, πανταχού παρόντα και ιδιαίτερα αιμοδιψή, είναι μια δυσάρεστη και ανεπιθύμητη παρέα. Τα μακριά παντελόνια και τα μακρυμάνικα πουκάμισα ή μπλουζάκια είναι υποχρεωτικά. Το ίδιο και κάποιο καπέλο – ή καλύτερα ένα ελαφρύ μπουφάν με κουκούλα.

Άρχισε να ψιχαλίζει. Επιταχύναμε το βήμα μας. Αστραπές έσκιζαν το παραπέτασμα του ουρανού. Οι βροντές δημιουργούσαν μια απόκοσμη ατμόσφαιρα, αλλά κανείς από εμάς και τους λιγοστούς ακόμη επισκέπτες δεν σκέφτηκε να γυρίσει πίσω.

Ο ναός στεκόταν εκεί πάνω στον μικρό λόφο σαν μια υπόσχεση καταφυγίου και θαλπωρής.

Ο ναός της Σκέπης στον ποταμό Νερλ, είναι το πιο χαρακτηριστικό δείγμα της ρωσικής ναοδομίας του 12ου αιώνα. Είναι χτισμένος εκεί όπου κάποτε ήταν το δέλτα του ποταμού Νερλ, ο οποίος εξέβαλλε στον ποταμό Κλιάζμα και αποτελούσε την πύλη εισόδου στην ηγεμονία του Βλαντίμιρ.

Από εδώ ο επισκέπτης της περιοχής, ο πραματευτής ή ο πρέσβης, έβλεπε τα μεγαλοπρεπή κτ;iρια της πόλης του Βλαντίμιρ. Η παράδοση συνδέει την οικοδόμηση αυτού του ναού με το θάνατο του ηγεμόνα Ιζιασλάβ Αντρέγιεβιτς το 1164, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα στη διάρκεια της εκστρατείας κατά των Βουλγάρων του ποταμού Βόλγα. Σύμφωνα με αυτή την παράδοση, ο ναός χτίστηκε μέσα σε μια «σεζόν», μέσα σε ένα «χρόνο» δηλαδή, το 1165.

Με τα χρόνια η κοίτη του ποταμού Κλιάζμα άλλαξε ροή, στράφηκε προς το Νότο κι έτσι άφησε πίσω της τον αρχαίο αυτό ναό που στέκεται μοναχικός πάνω σε μικρό λόφο, έργο κι αυτός χεριών ανθρώπινων. Και αυτός ο ναός έχει στους εξωτερικούς του τοίχους διάφορες γλυπτές φιγούρες, τόσο χαρακτηριστικές για την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική του Βλαντίμιρ του 12ου αιώνα. Σήμερα ο ναός ανήκει στην μητρόπολη του Βλαντίμιρ και περιλαμβάνεται στον κατάλογο της ΟΥΝΕΣΚΟ ως αντικείμενο της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς.

Μερικές δεκάδες μέτρα πριν φτάσουμε στο ναό ξέσπασε μια δυνατή νεροποντή. Τρέξαμε και μπήκαμε μέσα. Γυμνός από τοιχογραφίες που χάθηκαν στο διάβα των αιώνων, ο ναός προσφέρει καταφύγιο στον περαστικό, τον προσκυνητή, στον διαβάτη. Μερικές φορητές εικόνες, ένα μανουάλι, λίγα κεριά και δύο πάγκοι στους πλαϊνούς τοίχους είναι όλα κι όλα τα αντικείμενα που υπάρχουν σ’ αυτόν.

Μπήκαμε μέσα. Μαζί μας και μερικοί άλλοι περιηγητές και προσκυνητές. Ο καθένας με τις σκέψεις του μέσα στο μισοσκόταδο. Κάποιοι άναψαν κεράκια και προσευχήθηκαν, κάποιοι άλλοι κάθισαν στους πάγκους να ξαποστάσουν.

Ένας από τους τελευταίους ήμουν κι εγώ. Ο ρυθμικός θόρυβος της βροχής που διακόπτονταν από τις βροντές, οι αστραπές που έλαμπαν μέσα από τα μακρόστενα παράθυρα του τρούλου, δημιουργούσαν μια μυστηριακή ατμόσφαιρα. Έκλεισα για λίγο τα μάτια μου.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Ο φίλος μου ο Μίσα με σκούντηξε. Σηκωθήκαμε και βγήκαμε έξω. Ένα τεράστιο, πανέμορφο ουράνιο τόξο στεφάνωνε τον ουρανό. Για τους Ρώσους, το ουράνιο τόξο είναι ευτυχία, γι’ αυτό, κάθε φορά που ξεπροβάλλει, στέκονται και το κοιτάζουν.

«Πίσω από αυτό το τόξο, είναι η αρχαία πόλη του Σούζνταλ», είπε ο Μίσα. Εκεί θα πάμε μετά από δω.

Πήραμε το δρόμο της επιστροφής, παλεύοντας με τα κουνούπια.

 

Βλαντιμίροβο

7 Ιουλίου 2016

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά