Πέμπτη, 05 Μαΐου 2016

Ευρώπη και στρατιωτικές δαπάνες

Κατηγορία Στήλες
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Στήλες Taurus Τεύχος 65
Πάσχα στη φρεγάτα Αδρίας για Αλέξη Τσίπρα και Πάνο Καμμένο. Εκτός από τη διατήρηση στα ύψη των αμυντικών δαπανών, η ελληνική κυβέρνηση μοιάζει να προσχωρεί στη μιλιταριστική ιδεολογία. Πάσχα στη φρεγάτα Αδρίας για Αλέξη Τσίπρα και Πάνο Καμμένο. Εκτός από τη διατήρηση στα ύψη των αμυντικών δαπανών, η ελληνική κυβέρνηση μοιάζει να προσχωρεί στη μιλιταριστική ιδεολογία. twitter

Οπωσδήποτε, η ισχύς μιας χώρας δεν εξαρτάται μόνο και αποκλειστικά από τις ένοπλες δυνάμεις της. Εξαρτάται από την ευρωστία της οικονομίας της, την αξιοπιστία, την εικόνα  και την ελκυστικότητα που μπορεί να έχει στο περιφερειακό και διεθνές σύστημα, από παράγοντες δηλαδή που της  επιτρέπουν να ασκήσει επιρροή και που αθροιστικά ταξινομούνται ως μέσα ήπιας ισχύος (softpower). Και σε αυτό το πεδίο, η σημερινή Ελλάδα έχει διολισθήσει επικίνδυνα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal 65, Απρίλιος 2016.

Στο αυτοβιογραφικό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον από κάθε άποψη βιβλίο του, Δρόμοι ζωής, ο Κώστας Σημίτης, αναφερόμενος στον προϋπολογισμό του 1991 και ιδιαίτερα στις δαπάνες του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, γράφει ότι «οι δαπάνες του υπουργείου ήταν σε πολλά σημεία αδιαφανείς και υπερβολικά υψηλές» ( σελ. 490).  Γι’ αυτό και, τότε, κατεψήφισε τις στρατιωτικές δαπάνες. Είκοσι πέντε χρόνια μετά, οι στρατιωτικές δαπάνες στην Ελλάδα εξακολουθούν να παραμένουν, συγκριτικά, «υπερβολικά υψηλές». Παρά τη δεινή  οικονομική κρίση, η χώρα διατηρεί το μεγαλύτερο ποσοστιαίο ύψος στρατιωτικών δαπανών ανάμεσα στις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, κάτι που προκαλεί την απορία των διεθνών αναλυτών.  Όπως έγραφε ο Πήτερ Σπήγκελ  στους Financial Times (16 Ιουλίου 2015 ), «μια από τις παραδοξότητες του προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας είναι ότι, παρά τα πέντε χρόνια αυστηρής λιτότητας, ο προϋπολογισμός των στρατιωτικών δαπανών παραμένει ο υψηλότερος στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Σύμφωνα με στοιχεία του ΝΑΤΟ, οι στρατιωτικές δαπάνες στην Ελλάδα το 2015 έφθαναν  στο 2,4% του ΑΕΠ έναντι 2,2% το 2014. Εμφανίζονται δηλαδή αυξημένες, σε μια περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από  αριστερή υποτίθεται κυβέρνηση. Οι δαπάνες αυτές είναι οι υψηλότερες ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες μέλη του ΝΑΤΟ. Ενδεικτικά το Βέλγιο δαπανά  το 0,9% του ΑΕΠ, η Ολλανδία το 1,2%, η Πορτογαλία το 1,4%, η Δανία το 1,2%, η Γερμανία το 1,2%. Ο μέσος όρος των στρατιωτικών δαπανών για τις ευρωπαϊκές χώρες μέλη του ΝΑΤΟ είναι 1,4% σε σταθερές τιμές 2010. Ο μέσος όρος για όλες τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι περίπου 1%, ενώ για τις μικρότερες 0,8%. Βεβαίως, ο επίσημος στόχος του ΝΑΤΟ είναι οι στρατιωτικές δαπάνες να φθάνουν στο 2% του ΑΕΠ. Αλλά, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία, μόνο τρεις χώρες, το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα φθάνουν το ποσοστό αυτό (αν και οι πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις και οι περιφερειακές εντάσεις  μπορεί να έχουν κάποια αυξητική επίδραση στην Ευρώπη).

Το τελευταίο μνημόνιο προβλέπει σχετικά  μικρή  μείωση των στρατιωτικών δαπανών, η οποία δεν έχει καν υλοποιηθεί.  Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ δοκίμασε, όπως είπε ο ίδιος,  θλιβερή έκπληξη όταν διαπίστωσε οτι ο αριστερός πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ήταν απρόθυμος να δεχθεί σημαντική περικοπή των στρατιωτικών δαπανών (κατανοητό εάν, μεταξύ άλλων, λάβει κανείς υπ’ όψη τον κυβερνητικό εταίρο του κ. Τσίπρα).  Βεβαίως, μετά τα διαδοχικά αιματηρά τρομοκρατικά χτυπήματα στον ευρωπαϊκό χώρο και την προσφυγική/μεταναστευτική κρίση, η όποια συζήτηση για το ύψος των στρατιωτικών δαπανών στην Ελλάδα εμφανίζεται κάπως άκαιρη,  δεν πέφτει στο κατάλληλο timing. Κι όμως, είναι αναγκαία. Στην Ελλάδα, άλλωστε, ουδέποτε το timing  ήταν  κατάλληλο, καθώς  η χώρα ήταν ή εθεωρείτο ότι ήταν πάντοτε  κάτω από πραγματική ή φανταστική εξωτερική απειλή και, ως εκ τούτου, οι συνθήκες δεν επέτρεπαν να  ανοίξει η σχετική συζήτηση σε ορθολογικούς, νηφάλιους όρους.

Βεβαίως, πρέπει να αναγνωρισθεί  ότι η Ελλάδα δεν είναι ούτε Δανία ούτε Αυστρία, Βέλγιο ή Ολλανδία για να μειώσει σε αντίστοιχο ύψος τις στρατιωτικές δαπάνες.  Βρίσκεται σε μια ασταθή γεωγραφική περιοχή με ορατούς πραγματικούς κινδύνους και απειλές (έστω κι αν ορισμένες από τις  απειλές αυτές μεγιστοποιούνται μέσα από μια εθνολαϊκιστική προσέγγιση και ανάλυση). Επομένως, αυτονόητο είναι ότι η μείωση των δαπανών θα πρέπει να γίνει χωρίς οποιαδήποτε  επίπτωση στην ασφάλεια  της χώρας. Μπορεί όμως να γίνει παρά το δυσμενές περιβάλλον;  Η απάντηση είναι ότι μπορεί. Και στο σημείο αυτό, καταγράφεται πρώτα απ’ όλα  μια κραυγαλέα αποτυχία του πολιτικού συστήματος  – η αποτυχία αξιοποίησης του ευρωπαϊκού πλαισίου,  της δέσμης των ρυθμίσεων δηλαδή  των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αναφέρονται στην «προστασία των συνόρων» (άρθρο 21) και στη ρήτρα  «αμοιβαίας συνδρομής»  (άρθρο 42,7 της Συνθήκης Λισσαβώνας). Οι ρήτρες αυτές  εντάχθηκαν στη Συνθήκη έπειτα από πρωτοβουλία και διαπραγματευτική πίεση της Ελλάδας, πλην όμως η Ελλάδα τις αγνόησε πλήρως  Αντίθετα, η ρήτρα (του άρθρου 42,7)  για την αμοιβαία συνδρομή  ενεργοποιήθηκε πρόσφατα για  πρώτη φορά από τη Γαλλία μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα. Αλλά η Ελλάδα δεν αγνόησε μόνο αυτές τις ρήτρες. Αγνόησε, και μάλιστα εσκεμμένα, τις δεσμεύσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι (Δεκέμβριος 1999)  για την ειρηνική  επίλυση των συνοριακών διαφορών με την Τουρκία ή την παραπομπή τους στο Διεθνές Δικαστήριο για επίλυση.

Η Ελλάδα θα μπορούσε να διαμορφώσει μια συνεκτική, ολοκληρωμένη  στρατηγική για την αξιοποίηση του ενωσιακού πλαισίου, προκειμένου να ενιχύσει την ασφάλειά της. Θα μπορούσε, π.χ., τώρα που η Γαλλία άνοιξε το δρόμο, να ακολουθήσει η Ελλάδα με τις δικές τις ευρηματικές ιδέες για την εφαρμογή των σχετικών ρητρών και δεσμεύσεων  των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων. Το ερώτημα είναι εάν υπάρχει η βούληση για κάτι τέτοιο. Μια σειρά από ενέργειες οδηγούν μάλλον πρός το αντίθετο συμπέρασμα, με την προβολή  βολικών δικαιολογητικών μύθων  και επιχειρημάτων. Αλλά μια τέτοια στρατηγική θα επέτρεπε στη χώρα να μειώσει με ασφάλεια και ακίνδυνα τις στρατιωτικές δαπάνες, αντί π.χ. να περικόπτει  βάναυσα  τις συντάξεις και τις κοινωνικές  δαπάνες στην υγεία, στην παιδεία κ.α. (χωρίς βέβαια αυτό  να σημαίνει ότι οι κοινωνικές δαπάνες/συντάξεις δεν θα πρέπει να εξορθολογισθούν και το συνταξιοδοτικό σύστημα να μεταρρυθμισθεί ριζικά).  

Οι ένοπλες δυνάμεις είναι, αναντίρρητα, ο κύριος πυλώνας για την ασφάλεια της χώρας. Η ασφάλεια, ωστόσο, μπορεί να ενισχυθεί και με άλλες ευρηματικές προσεγγίσεις, τόσο στο πλαίσιο της ΕΕ όσο και της εξωτερικής πολιτικής, αλλά και γενικότερα. Οπωσδήποτε, η ισχύς μιας χώρας δεν εξαρτάται μόνο και αποκλειστικά από τις ένοπλες δυνάμεις της. Εξαρτάται από την ευρωστία της οικονομίας της, την αξιοπιστία, την εικόνα  και την ελκυστικότητα που μπορεί να έχει στο περιφερειακό και διεθνές σύστημα, από παράγοντες δηλαδή που της  επιτρέπουν να ασκήσει επιρροή και που αθροιστικά ταξινομούνται ως μέσα ήπιας ισχύος (softpower). Και σε αυτό το πεδίο, η σημερινή Ελλάδα έχει διολισθήσει επικίνδυνα στη σχετική κλίμακα, τόσο στο πλαίσιο της ΕΕ όσο και στο περιφερειακό σύστημα.

Ενώ πριν από μόλις μερικά χρόνια η Ελλάδα οδηγούσε ηγετικά τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρώπη (Agenda Θεσσαλονίκης),  η σημερινή Ελλάδα είναι η αποκλειόμενη χώρα από τις συνθροίσεις των βαλκανικών χωρών. Και αυτό λέει πάρα πολλά...

Παναγιώτης Κ. Ιωακειμίδης

Π.Κ. Ιωακειμίδης. Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπήρξε ο εκπρόσωπος της Ελλάδας στη Διακυβερνητική Διάσκεψη για τη σύνταξη της Συνθήκης της Νίκαιας και αναπληρωματικό μέλος της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης (Convention) για την επεξεργασία του Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Πιο πρόσφατα βιβλία του: Ευρωπαϊκό σύνταγμα και ευρωπαϊκή ενοποίηση (2005), Θα επιβιώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση; (2007), Η θέση της Ελλάδας στο διεθνές, ευρωπαϊκό και περιφερειακό σύστημα (2007), Η  Συνθήκη της Λισσαβώνας (2010).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά