Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Γράμμα από τη Ρωσία #22. Συνομιλίες στη σιωπή

Κατηγορία Στήλες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Στήλες web only
H αίθουσα Αντρέι Ρουμπλιόφ της Γκαλερί Τρετιακόφ. H αίθουσα Αντρέι Ρουμπλιόφ της Γκαλερί Τρετιακόφ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Ο καιρός στη Ρωσία είναι το μεγαλύτερο διάστημα του έτους μουντός, σκοτεινιασμένος. Ένας μολυβένιος ουρανός σκεπάζει τα πάντα και μόνο τη σύντομη άνοιξη και το μικρό καλοκαίρι, το φως έρχεται να χαρίσει απλόχερα τη ζωοδότρια δύναμή του στους ταλαιπωρημένους κατοίκους αυτής της χώρας.

Βυθισμένη στο αιώνιο λυκόφως η Ρωσία, κατάφερε παρ’ όλα αυτά να δημιουργήσει μια τέχνη απαράμιλλη στο διάβα των αιώνων και δεν θα ήταν υπερβολή αν, υιοθετώντας την άποψη του ευπατρίδη Ευγένιου Τρουμπετσκόι, ισχυριστούμε πως η ιστορία της Ρωσίας δεν είναι τίποτα άλλο από την ιστορία της εικονογραφίας της. Η τέχνη αυτή είναι όλο φως, φως πνευματικό, φως φυσικό, φως ανέσπερο, φως οδηγός για τους Ρώσους που στρέφουν το βλέμμα τους διαρκώς προς αυτό.

Η Ρωσία στο μεταίχμιο των εποχών, αν δεχτούμε ως ορόσημο το 1453 και την πτώση της Κωνσταντινούπολης, ήρθε σε πολύ γόνιμο διάλογο με τον ελληνισμό και το χριστιανισμό, κυρίως κάτω από την επίδραση της διδασκαλίας του Γρηγορίου Παλαμά που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Ησυχασμός. Είναι η εποχή όπου ένα μεγάλο τμήμα της διανόησης της ύστερης βυζαντινής εποχής αναζητεί καταφύγιο στη χώρα των Ρως, προκειμένου να αποφύγει τα δεινά της υποδούλωσης σε αλλογενείς και αλλόθρησκους. Είναι όμως και η εποχή, κατά την οποία η Ρωσία νιώθει αρκετά δυνατή, ώστε να αποτινάξει το ζυγό της Χρυσής Ορδής και να αναζητήσει τον δικό της δρόμο στην ιστορία. Η ευτυχής μα και δύσκολη αυτή συγκυρία, ο διάλογος ανάμεσα στο δάσκαλο και το μαθητή, ανάμεσα στο γένος των Ελλήνων και το γένος των Ρώσων, γέννησε εκτός από το ρωσικό κράτος και μία τέχνη, βαθιά πνευματική, η οποία αποτέλεσε και την ιδεολογική συγκολλητική ουσία για όλες τις ρωσικές ηγεμονίες της εποχής.

Αυτά σκεφτόμουν εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό μπαίνοντας στο Μουσείο Τρετιακόφ, γνωστό και ως Γκαλερί Τρετιακόφ, το οποίο ίδρυσε το 1856 ο ζάπλουτος έμπορος Τρετιακόφ και το οποίο διαθέτει μία από τις πλουσιότερες συλλογές έργων τέχνης στον κόσμο.

Η Γκαλερί ή Μουσείο Τρετιακόφ βρίσκεται στο κέντρο της Μόσχας, στο παλιό αρχοντικό του εμπόρου που έδωσε και το όνομά του. Στο δρομάκι με την ονομασία Λαβρούσινσκι. Ακριβώς απέναντι, βρίσκεται ένα πολυώροφο κτίριο, της σοβιετικής περιόδου, στο οποίο, αν πλησιάσει κανείς, θα δει πως στην πρόσοψή του υπάρχουν δεκάδες μπρούντζινες πινακίδες με τις μορφές των ζωγράφων, των συγγραφέων, των μουσικών και άλλων ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών που έζησαν σε αυτό. Είναι η περίφημη πολυκατοικία των καλλιτεχνών, ένα σχεδόν θρυλικό κτίριο για την ιστορία, όχι μόνο της Μόσχας αλλά και ολάκερης της Ρωσίας.

Ας εξηγηθούμε από την αρχή. Είναι αδύνατον με μία επίσκεψη να δεις έστω και ένα μικρό κομμάτι αυτής της συλλογής, η οποία εκτίθεται σε δεκάδες τεράστιες αίθουσες. Για να περπατήσεις, χωρίς να σταματάς να θαυμάζεις τα διάφορα έργα, χρειάζεσαι αρκετές ημέρες. Προσωπικά, ποτέ δεν κατάφερα να γυρίσω όλη τη συλλογή, αλλά αυτό δεν οφείλεται τόσο στον κόπο και το χρόνο που χρειάζεται, όσο στον έρωτα που γνώρισα μέσα σε αυτό το μουσείο.

Πρόκειται για επτά μεγάλες αίθουσες, την 56η, 57η, 58, 59η, 60η, 61η και 62η. Στις αίθουσες αυτές ξεδιπλώνεται όλη η ιστορία της Ρωσίας από τον 12ο μέχρι και τον 20ό αιώνα. Στις αίθουσες αυτές εκτίθενται εικόνες διαφόρων δημιουργών αλλά και άλλες που εικάζεται πως ανήκουν σε χρωστήρες μαθητών του περιβάλλοντός τους, σε εργαστήρια, σχολές ή ρεύματα που επηρεάστηκαν άμεσα από τους μεγάλους δασκάλους της ρωσικής εικονογραφίας. Κάθε φορά που ταξιδεύω στη Ρωσία, θεωρώ πως πρέπει να περάσω ένα πρωινό στις αίθουσες αυτές, θαυμάζοντας τις εικόνες, οι οποίες δίνουν άπειρα εναύσματα για σκέψεις, κυρίως όσον αφορά τη ρωσική εθνική ταυτότητα αλλά και την ικανότητα των Ρώσων να συνδιαλέγονται με άλλους πολιτισμούς. Εν προκειμένω όμως, υπάρχει ένα ορατό και συνάμα αόρατο νήμα που διαπερνά αυτό το διάλογο με τους Έλληνες και το οποίο δεν είναι άλλο από την ορθοδοξία.

Στην αίθουσα Νο 59 υπάρχει η εικόνα της Μεταμόρφωσης που ανήκει στον μεγάλο Θεοφάνη τον Έλληνα, ζωγράφο που επηρέασε όσο κανείς άλλος τη ρωσική εικονογραφία και η ανεξαρτητοποίηση από την επιρροή του ήταν η ληξιαρχική πράξη γέννησης της αυτόχθονης, αυτάρκους και καθαρά εθνικά ρωσικής εικονογραφίας.  Ο Θεοφάνης ήρθε από το Βυζάντιο, έχοντας προηγουμένως αφήσει τα ανεξίτηλα ίχνη του μεγάλου του ταλέντου στην Κωνσταντινούπολη, στον Γαλατά, στην Κριμαία, στη Χαλκηδόνα. Αρχικά εγκαταστάθηκε την πόλη Νόβγκοροντ το 1370, όπου οκτώ χρόνια αργότερα ξεκίνησε την αγιογράφηση του ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Το διασημότερο τμήμα αυτής της δουλειάς δεν είναι άλλο από την εικόνα του Παντοκράτορα Σωτήρα στο θόλο του ναού. Στη συνέχεια εργάστηκε στην πόλη Νίζνι Νόβγκοροντ, στην Κολομνά και στο Σερπουχόφ. Μετά ήρθε στη Μόσχα, όπου αγιογράφησε πολλούς ναούς, μεταξύ των οποίων και ο ναός των Αρχαγγέλων του Κρεμλίνου, διακρίθηκε όμως στην εικονογράφηση χειρόγραφων Ευαγγελίων, τα οποία μέχρι σήμερα θεωρούνται απαράμιλλης τεχνικής και αισθητικής.

Στη διπλανή, τη Νο 60, υπάρχουν αρκετές εικόνες του μαθητή του, του Αντρέι Ρουμπλιόφ και του φίλου, συμμαχητή και συνοδοιπόρου του Δανιήλ. Πρόκειται για τις εικόνες που προέρχονται από το εικονοστάσι του ναού της Κοιμήσεως στο Ζβενίγκοροντ, την αγαπημένη μου εκκλησία, που βρίσκεται σε απόσταση 100 περίπου χιλιομέτρων από την Μόσχα. Στην αίθουσα αυτή βρίσκεται και η περίφημη πλέον εικόνα του Αγία Τριάδα, που έγινε γνωστή στα πέρατα της οικουμένης από την ταινία του Αντρέι Ταρκόφσκι Αντρέι Ρουμπλιόφ – απεικονίζεται στο μοναδικό έγχρωμο πλάνο με το οποίο και κλείνει την αφήγησή του αυτός ο ποιητής των εικόνων που σημάδεψε την αισθητική του 20ού αιώνα. Στην ίδια αίθουσα υπάρχουν εικόνες του Διονυσίου, μαθητή και συνεχιστή του έργου και της αισθητικής παράδοσης που καθιέρωσε ο δάσκαλος του Αντρέι Ρουμπλιόφ.

Το μουσείο ανοίγει τις πόρτες του στις δέκα το πρωί. Είμαι εκεί νωρίτερα, αγοράζω το εισιτήριο και περιμένω υπομονετικά μέχρι να επιτραπεί η είσοδος. Αφήνω το πανωφόρι στην γκαρνταρόμπα και πηγαίνω κατ’ ευθείαν σε αυτές τις αίθουσες. Δεν είναι ότι αδιαφορώ για τις υπόλοιπες συλλογές, αλλά ο χρόνος είναι πάντα τόσο λίγος και οι σκέψεις τόσες πολλές.

Η ιδέα των ανθρώπων του μουσείου να τοποθετήσουν τις εικόνες με χρονολογική σειρά δίνει την ευκαιρία στο θεατή να ιχνηλατήσει την ιστορία της ρωσικής εικονογραφίας και, παράλληλα, να δοκιμάσει υψηλές αισθητικές απολαύσεις, είτε είναι άνθρωπος με θρησκευτική πίστη είτε περιδιαβάζει τα αιρετικά λιβάδια του αγνωστικισμού.

Οι μικροί δερμάτινοι καναπέδες στις αίθουσες δίνουν την ευκαιρία να καθίσεις απέναντι από τα αγαπημένα σου έργα και με την ησυχία σου να παρατηρήσεις τα σχέδια, τα χρώματα, τη δυναμική του βλέμματος, το οποίο είναι κάτι που τα κάνει να ξεχωρίζουν.  Το θέαμα κόβει την ανάσα του ανυποψίαστου θεατή. Τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα δεν έχουν πλέον καμία σημασία. Εκείνο που μετράει είναι οι αναπνοές που, άθελά τους, κόβονται μπροστά στην ομορφιά.

Κρέμονται οι εικόνες, η μία δίπλα στην άλλη, η μία απέναντι από την άλλη. Συνομιλούν σιωπηλά οι αιώνες μεταξύ τους, κρυφακούει ο θεατής τον ψίθυρο. Σκυθρωπές είναι σε μερικές εικόνες οι μορφές. Έρχονται από αιώνες μακρινούς, αιώνες πόνου, όταν το ρωσικό αίμα κυλούσε σαν ποτάμι στις στέπες, εκεί που οι Ρώσοι ακρίτες μάχονταν κατά της Ορδής για του Χριστού την πίστη την αγία και για την Ρως που υπέφερε. Πόσο όμορφα τα απεικόνισε όλα αυτά ο Αντρέι Ταρκόφσκι στην ταινία του.

 

Τυραννισμένη και θολή η μορφή σου,

Μεσ’ την ομίχλη να διακρίνω δε μπόρεσα.

«Κύριε» - είπα κατά λάθος,

Δίχως να θέλω αυτό να πω.

Και σαν πτηνό μεγάλο, τ’ όνομα του Θεού,

Από τα στήθη μου πέταξε!

Μπροστά ομίχλη πυκνή πλακώνει

Κι από πίσω ένα άδειο κλουβί. . .

                                                                                                                 Οσίπ Μαντελστάμ

Το θάμβος και ο θάλπος αυτής της ενατένισης, είναι, μάλλον το γόνιμο και φιλόξενο εκείνο περιβάλλον, στο οποίο ο άνθρωπος συνομιλεί με τον εαυτό του, με το θείο, με τους αιώνες που πέρασαν και τους αιώνες που έρχονται. Οι ασύλληπτης ομορφιάς εικόνες, προδιαθέτουν για μια ενδοσκόπηση, έναν απολογισμό, μια επίσκεψη στην ενδοχώρα του Είναι, εκεί όπου στα μύχια φωλιάζει ο πραγματικός μας εαυτός. Είναι στιγμές άφατης επικοινωνίας με ανθρώπους που διακόνησαν το κάλλος ως ύστατη καταφυγή του ανθρώπου. Ο χρόνος που κυλάει μπροστά στις εικόνες αυτές δεν έχει τη φυσική και γνώριμη σε όλους μας διάσταση. Είναι ένας χρόνος υπερ-κόσμιος και από-κοσμος, γιατί δεν έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Είναι το κάλλος καθεαυτό και ο χρόνος διαλύεται εντός του.

Βυθισμένος σε αυτές αλλά και άλλες σκέψεις, δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα, παρά μόνο όταν έλαβα ένα μήνυμα στο κινητό από τον φίλο μου Σεργκέι, ο οποίος με ενημέρωνε πως με περιμένει σε ένα καφέ λίγο πιο πέρα. Βγήκα έξω κι ένας εκτυφλωτικός ήλιος μου θύμισε  ότι το γκρίζο του πόνου το διαδέχεται πάντα η απελπισμένη ικεσία για την έσχατη σωτηρία. Όπως την εννοεί ο καθένας μας.

Γκαλερί Τρετιακόφ

Μόσχα, Ιούνιος 2014

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά