Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Γράμμα από τη Ρωσία #21. Λέρμοντοφ

Κατηγορία Στήλες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Στήλες web only
To γραφείο του Λέρμοντοφ. To γραφείο του Λέρμοντοφ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Η Πένζα, βρίσκεται σε απόσταση 625 χιλιομέτρων νοτιοανατολικά της Μόσχας και απλώνεται κατά μήκος του ποταμού Σουρά. Επί Σοβιετικής Ένωσης, ήταν μια «κλειστή» πόλη, μια πόλη απαγορευμένη όχι μόνο για τους ξένους, αλλά και για τους ίδιους τους σοβιετικούς πολίτες, καθώς εδώ βρίσκονταν μερικά από τα πιο σημαντικά εργοστάσια πυρηνικών εξοπλισμών της εποχής εκείνης. Σήμερα, από εκείνο το βιομηχανικό συγκρότημα δεν έχει απομείνει τίποτα άλλο, παρά ένα εργοστάσιο αφοπλισμού χημικών όπλων, το οποίο, όπως μου είπαν τοπικοί παράγοντες, είχε αναλάβει μέρος των εργασιών αφοπλισμού του χημικού οπλοστασίου της Συρίας του Άσσαντ. Από την περιοχή αυτή καταγόταν ο γεννημένος στη Μόσχα ρώσος ρομαντικός ποιητής Μιχαήλ Λέρμοντοφ (1815-1841).

Ο σιδηροδρομικός σταθμός Καζάνσκι (του Καζάν) είναι ίσως εκείνος που έχει το πιο ρωσικό χρώμα, από τους εννέα, συνολικά, σιδηροδρομικούς σταθμούς της Μόσχας. Ίσως, γιατί η γραμμή που ξεκινάει από αυτόν κατευθύνεται ανατολικά και νότια, προς τη ρωσική ενδοχώρα, προς τον Βόλγα.  

 

Το ραντεβού ήταν στην αποβάθρα απ’ όπου θα ξεκινούσε η αμαξοστοιχία Σουρά, η οποία είχε πάρει το όνομα της από έναν μεγάλο παραπόταμο του Βόλγα, που διασχίζει το Κυβερνείο της Πένζα, η ομώνυμη πρωτεύουσα του οποίου ήταν και ο προορισμός μας. Δέχτηκα την πρόσκληση γι’ αυτό το ταξίδι από τη Βιβλιοθήκη Ξένης Λογοτεχνίας «Ρουντομινό» και την αείμνηστη, πλέον, γενική της διευθύντρια, μια φωτεινή προσωπικότητα της Ρωσίας, την Αικατερίνα Γιούρεβνα Γκένεβα, με αφορμή τη συμπλήρωση των 200 χρόνων από τη γέννηση του Λέρμοντοφ.

 

* * *

 

Είκοσι επτά χρόνια (1814 - 1841) έζησε συνολικά στον κόσμο τούτο ο Μιχαήλ Γιούρεβιτς  Λέρμοντοφ. Ήταν όμως αρκετά για να διακριθεί στα ρωσικά γράμματα και να καταλάβει μια ισάξια θέση δίπλα στο ίνδαλμά του, τον Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν.

 

Ο Λέρμοντοφ ήταν ποιητής, συγγραφέας, δοκιμιογράφος, δραματουργός και ζωγράφος. Το έργο του αγκαλιάζει πολιτικά, φιλοσοφικά αλλά και προσωπικά μοτίβα, κυρίως ερωτικά. Ανήκει στη χορεία των μεγάλων rώσων ποιητών του 19ου αιώνα, την εποχή της άνθισης των γραμμάτων και ιδίως της ποίησης μετά την εμφάνιση του Α. Σ. Πούσκιν. Ο Λέρμοντοφ άσκησε καθοριστική επιρροή στα ρωσικά γράμματα όχι μόνο κατά τον 19ο αλλά και κατά τον 20;o αιώνα. Τα έργα του χρησίμευσαν ως λιμπρέτο για όπερες, για αστικά ηθογραφικά και για λαϊκά τραγούδια.

 

Η οικογένειά της έλκει την καταγωγή της από τη Σκωτία, αφού ο γενάρχης των Λέρμοντοφ ήταν ένας σκωτσέζος μισθοφόρος που αιχμαλωτίστηκε από τους Ρώσους, ασπάστηκε την ορθοδοξία και υπηρέτησε τον τσάρο ως μέλος της επίλεκτης φρουράς της αυλής.

 

Οι γονείς του, Γιούρι Πετρόβιτς Λέρμοντοφ και Μαρία Μιλαΐλοβνα Πετρόβα, χώρισαν λίγο μετά τον γάμο και έτσι ο μικρός Γιούρι μεγάλωσε με τη γιαγιά του, Ελιζαβέτα Αλεξέγιεβνα Αρσένιεβνα στο αγρόκτημά της, στο Ταρχάνι, του Κυβερνείου της Πένζα. Η γιαγιά είχε αδυναμία στον εγγονό της, γι’ αυτό και, κατά τους βιογράφους του ποιητή, τον κακόμαθε. Τα παιδικά του χρόνια, όπως εξομολογείται ο ίδιος στο ημιτελές διήγημά του Παιδική ηλικία, παρά το γεγονός ότι δεν του έλλειψε τίποτα, δεν του άφησαν καλές και φωτεινές αναμνήσεις. Ωστόσο, με ιδιωτικούς δασκάλους μορφώθηκε. Μιλούσε άπταιστα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, κατανόησε σε βάθος την ευρωπαϊκή κουλτούρα και λογοτεχνία και έπαιζε συμπαθητικά κιθάρα. Τη διετία 1829 - 1831 φοίτησε στην ιδιωτική σχολή του Μερζλιακόφ στη Μόσχα, όπου ήρθε σε επαφή με τα μαθηματικά, την αγγλική λογοτεχνία, την ποίηση και προετοιμάστηκε για τη στρατιωτική του θητεία. Στο μεταξύ ψυχράνθηκαν οι σχέσεις του με τον πατέρα του, ο οποίος τον επισκεπτόταν στη σχολή.

 

Το καλοκαίρι του 1830 έρχεται σε επαφή με την ποίηση του Μπάιρον και γοητεύεται. Αρχίσει να γράφει δειλά δειλά τα πρώτα δικά του έργα κι αφιερώνει ορισμένα από αυτά στην πολωνική επανάσταση. Την ίδια χρονιά ερωτεύεται την Νατάλια Φιόντοροβνα Ιβάνοβα, στην οποία αφιερώνει έναν κύκλο ποιημάτων του. Τον Σεπτέμβριο γίνεται δεκτός στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας και συγκεκριμένα στη Σχολή των Γραμμάτων. Ως φοιτητής έζησε μόνο δύο χρόνια, αφού το 1832 το εγκατέλειψε. Εγκαθίσταται στην Αγία Πετρούπολη σκοπεύοντας να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο της πόλης, αντί γι’ αυτό όμως γίνεται δεκτός στη Σχολή Υπασπιστών και Ευελπίδων του Ιππικού.  Το 1834, αμέσως μετά την αποφοίτησή του, ξεκινάει η θητεία του στο επίλεκτο σώμα των Ουσάρων, με το βαθμό του Σαλπιγκτή.

 

Ξεκινάει την ενήλικη ζωή του μέσα στα γλέντια, την διαρκή επαφή με τα γράμματα, την ποιητική σύνθεση, τη συγγραφή, τους έρωτες. Ζει ορμητικά θαρρείς και ξέρει. Γράφει διαρκώς. Ερωτεύεται παράφορα. Συγκλονίζεται με το άγγελμα του θανάτου του Πούσκιν σε μονομαχία και γράφει το μεγαλειώδες ποίημά του «Ο θάνατος του ποιητή».

 

Καυγαδίζει στη μονάδα του και θέλουν να τον αποτάξουν και να τον φυλακίσουν. Παρεμβαίνει η γιαγιά του και με τις γνωριμίες της καταφέρνει να αποφύγει την καθαίρεση. Τον στέλνουν στον Καύκασο. Εκεί μεγαλουργεί και γράφει μερικά από τα καλύτερά του έργα. Ερωτεύεται ξανά, αλλά αυτή τη φορά την άγρια φύση του Καυκάσου, η οποία, συνάμα του προκαλεί μεγάλη μελαγχολία. Γράφει το αριστούργημά του, τον «Δαίμονα». Είναι ήδη ένας από τους πλέον διάσημους και δημοφιλείς ποιητές της Ρωσίας, χάρη στο «Θάνατο του ποιητή». Δεν υποπτευόταν καν πως θα είχε το ίδιο τέλος, λίγα χρόνια αργότερα.

 

Φύση θυελλώδης και χαρακτήρας ασυγκράτητος, ερωτεύεται, προκαλεί, μονομαχεί. Τον χειμώνα του 1840 - 1841 προσπάθησε να φύγει από το στρατό, αλλά δεν τα κατάφερε. Αναγκάζεται να πάει στο Πιατιγκόρσκ, στην έδρα του συντάγματός του. Καθ’ οδόν, διαπληκτίζεται με τον απόστρατο ταγματάρχη Νικολάι Μαρτίνοφ, ο οποίος τον καλεί σε μονομαχία και τον σκοτώνει στις 15 Ιουλίου 1841.

 

* * *

 

Το κουπέ της πρώτης θέσης θύμιζε τα μεγαλεία των αυτοκρατορικών ρωσικών σιδηροδρόμων. Διθέσιο, με άνετα κρεβάτια, με ένα τραπέζι ανάμεσά τους. Ένα μπουρνούζι, μια μεγάλη και μία μικρή πετσέτα, καθώς και παντόφλες, όλα λευκού χρώματος ήταν προσεκτικά διπλωμένα πάνω στο κρεβάτι. Δίπλα τους ένα μικρό πακέτο με αφρό ξυρίσματος, ξυραφάκι, οδοντόκρεμα και οδοντόβουρτσα, καθώς και άλλα χρειώδη όπως υγρά χαρτομάντιλα, οδοντογλυφίδες, βελόνα, κλωστές κ.λπ. Στη συνέχεια, όταν μου δόθηκε η ευκαιρία, διαπίστωσα πως τα κουπέ της δεύτερης και τρίτης θέσης, δεν είχαν αλλάξει καθόλου από τη σοβιετική εποχή.  

 

Στις 20.00 ξεκινήσαμε για το μακρύ, ολονύχτιο ταξίδι προς την Πένζα. Συνταξίδευα με τον Σεργκέι Πετρόβιτς, ένα πρώην στέλεχος του ΚΚΣΕ και νυν διευθύνοντα σύμβουλο της μοναδικής επενδυτικής εταιρείας του Κυβερνείου, το οποίο έχει έκταση όσο η Ελλάδα, αλλά πληθυσμό μόλις ενάμισι εκατομμύριο ψυχές. Συζητήσαμε για αρκετή ώρα, γύρω από τη Ρωσία και τις σχέσεις της με τον υπόλοιπο κόσμο, αφού μόλις πριν λίγες ημέρες η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ΗΠΑ και διάφορες άλλες χώρες είχαν επιβάλει κυρώσεις στη χώρα των Ρως, εξαιτίας της Κριμαίας. Ήπιαμε το τσάι που μας σέρβιρε η συνοδός του βαγονιού και λίγο πριν τα μεσάνυχτα κοιμηθήκαμε.

 

Ξύπνησα χαράματα, μόνο και μόνο για να δω την ανατολή του ήλιου στην απέραντη στέπα της περιοχής του Βόλγα. Διάσπαρτα δασύλλια κατά μήκος της γραμμής δημιουργούσαν ενδιαφέροντες, παράξενους και σαγηνευτικούς ιριδισμούς και αμέτρητα παιχνίδια φωτοσκιάσεων. Λίγο πριν τις εννέα το πρωί μπήκαμε στο σιδηροδρομικό σταθμό της Πένζα, όπου μας υποδέχτηκαν οι άνθρωποι του Μουσείου του Μιχαήλ Γιούρεβιτς Λέρμοντοφ, του μεγάλου ποιητή.

 

Η Πένζα, βρίσκεται σε απόσταση 625 χιλιομέτρων νοτιοανατολικά της Μόσχας και απλώνεται κατά μήκος του ποταμού Σουρά. Επί Σοβιετικής Ένωσης, ήταν μια «κλειστή» πόλη, μια πόλη απαγορευμένη όχι μόνο για τους ξένους, αλλά και για τους ίδιους τους σοβιετικούς πολίτες, καθώς εδώ βρίσκονταν μερικά από τα πιο σημαντικά εργοστάσια πυρηνικών εξοπλισμών της εποχής εκείνης. Σήμερα, από εκείνο το βιομηχανικό συγκρότημα δεν έχει απομείνει τίποτα άλλο, παρά ένα εργοστάσιο αφοπλισμού χημικών όπλων, το οποίο, όπως μου είπαν τοπικοί παράγοντες, είχε αναλάβει μέρος των εργασιών αφοπλισμού του χημικού οπλοστασίου της Συρίας του Άσσαντ.

 

Αφού εγκατασταθήκαμε στο ξενοδοχείο, το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα από τα καλά μοσχοβίτικα ξενοδοχεία, με ένα μικρό λεωφορείο κάναμε το γύρο της πόλης. Στην κεντρική πλατεία δεσπόζει το μεγάλο, φτιαγμένο από μαύρο γρανίτη, άγαλμα του ρώσου κριτικού λογοτεχνίας και ενός εκ των επιφανών στοχαστών του 19ου αιώνα, Βησσαρίωνα Μπελίνσκι. Η πόλη είναι χωρισμένη στα δύο: στο τμήμα της παλιάς πόλης με τα ξύλινα σπίτια και τους ψηλούς φράχτες και στο τμήμα της νέας πόλης με τα πολυώροφα κτίρια κατοικιών και γραφείων.

 

Το μεσημέρι πήγαμε μια εκδρομή στη γύρω περιοχή και νωρίς το βράδυ, μετά το δείπνο, παρακολουθήσαμε μια δίωρη παράσταση στο Ακαδημαϊκό Θέατρο της πόλης, βασισμένης σε κείμενα του Μ. Λέρμοντοφ.

 

Το ενδιαφέρον μέρος του ταξιδιού ήταν την επόμενη ημέρα.

 

Νωρίς το πρωί, επιβιβαστήκαμε σε ένα λεωφορείο και ξεκινήσαμε. Είχαμε να διασχίσουμε 110 χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουμε στην τοποθεσία με το όνομα Ταρχάνι. Ήταν το μεγάλο αγρόκτημα της γιαγιάς του ποιητή, στο οποίο πέρασε σχεδόν όλα τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια.

 

Το χαρακτηριστικό των δρόμων καθ’ όλο το μήκος αυτών των διακοσίων χιλιομέτρων ήταν η παντελής απουσία της παραμικρής κλίσης του εδάφους, οι αμέτρητες λακκούβες, η αραιή κίνηση και, φυσικά το χιονισμένο τοπίο. Ο ήλιος, λόγω του χιονιού, εκτυφλωτικός, γι’ αυτό και τα γυαλιά ηλίου ήταν απαραίτητα.

 

Παρά τα συνεχή σκαμπανεβάσματα του λεωφορείου, η διαδρομή ήταν σκέτη απόλαυση. Δεν είχα ξαναβρεθεί στις στέπες του Βόλγα. Δεν είχα ποτέ ξανά την αίσθηση ότι η γη είναι απολύτως επίπεδη και πως τίποτα, μα τίποτα, κυριολεκτικά, δεν μπορεί να διαταράξει αυτή την ευθεία. Το ίδιο κιόλας βράδυ θα ένιωθα μιαν άλλη αίσθηση, εκείνης της μοιρολατρίας. Περί αυτού όμως, παρακάτω.

 

Διασχίσαμε την απόσταση αυτή σε δύο ολόκληρες ώρες. Μπροστά σε μία πινακίδα που έγραφε «Ταρχάνι» - «Μουσείο Μ. Γ. Λέρμοντοφ» το λεωφορείο έστριψε στον αγροτικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο και μετά από λίγο σταμάτησε μπροστά στην κεντρική πύλη του παλιού αγροκτήματος, που τώρα ήταν μουσείο.

 

Μας υποδέχτηκε η Ταμάρα Μιχαΐλοβνα Μέλνικοβα, η διευθύντρια του συμπλέγματος, το οποίο περιλαμβάνει το σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ποιητής, το αγροτόσπιτο, πιστή αναπαράσταση της καθημερινής ζωής των χωρικών τον 19ο αιώνα, το ναό της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας, το εκθεσιακό κέντρο, αλλά και το μεγάλο μουσείο σε σχήμα ημικύκλιου, στο οποίο υπάρχει ξενώνας για τους μελετητές, εστιατόριο, τεράστια εξειδικευμένη βιβλιοθήκη και ένα πανέμορφο δάσος για μεγάλους περιπάτους.

 

Η θερμοκρασία ήταν δέκα βαθμοί υπό το μηδέν. Τα πάντα, μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα, ήταν σκεπασμένα με κατάλευκο, απάτητο χιόνι. Ο αέρας ήταν παγωμένος, αλλά το κρύο δεν το ένιωθες.

 

Η Ταμάρα Μιχαΐλοβνα μια ηλικιωμένη γυναίκα κοντά εβδομήντα ετών, είχε έρθει εδώ στα τέλη της δεκαετίας του 1960, απόφοιτος του Ινστιτούτου Πολιτισμού και Τεχνών του Πσκοφ, μιας πόλης που βρίσκεται βόρεια της Μόσχας. Διορίστηκε βοηθός στο μικρό τότε μουσείο και με τα χρόνια ανέβηκε όλα τα σκαλιά της ιεραρχίας και, παρά τις δυσκολίες και την απόσταση που χωρίζει τη μικρή αυτή κωμόπολη από τα κέντρα των αποφάσεων, κατάφερε να εξασφαλίσει πόρους για την οικοδόμηση όλων των νέων κτιρίων αλλά και την αναστήλωση των παλιών και να μετατρέψει το μουσείο σε διεθνές κέντρο έρευνας και μελέτης του έργου του Λέρμοντοφ και της εποχής του. Αφιέρωσε τη ζωή της στο αγρόκτημα Λέρμοντοφ, στη ζωή και το έργο του ποιητή. Εδώ παντρεύτηκε κι έκανε τα παιδιά της και σήμερα, γιαγιά δύο πανέμορφων μικρών παιδιών, εξακολουθεί να εργάζεται και να κοπιάζει για τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον Μιχαήλ Γιούρεβιτς Λέρμοντοφ.

 

Χαρακτήρας μειλίχιος και φιλόξενος, η Ταμάρα Μιχαΐλοβνα πήρε τη μικρή ομάδα και άρχισε να μας δείχνει το έργο της ζωής της. Η πρώτη ξενάγηση ήταν στο σπίτι της γιαγιάς του ποιητή. Ένα διώροφο αρχοντικό του 19ου αιώνα, στο οποίο πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο ποιητής, αφού οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν πολύ μικρός. Εδώ μαζί με τα χωριατόπαιδα έπαιζε πολεμικά παιχνίδια. Οι ερευνητές, με βάση τα απομνημονεύματα πολλών συγχρόνων του ποιητή, κατάφεραν και εντόπισαν τα σημεία όπου είχαν σκάψει χαρακώματα για να παίζουν. Λίγο πιο πέρα η λίμνη την οποία περιέγραψε ο Λέρμοντοφ σε αρκετά ποιήματά του. Μέσα στο σπίτι υπάρχουν τα αυθεντικά έπιπλα, πίνακες, οικιακά είδη,  το κρεβάτι και η βιβλιοθήκη του ποιητή, το γραφείο και η καρέκλα του. Η Ταμάρα Μιχαΐλοβνα εξιστορώντας μας τη ζωή του Λέρμοντοφ απήγγειλε παράλληλα, άπειρα ποιήματά του, κάνοντας αυτή τη μικρή εκδρομή ένα μαγευτικό ταξίδι στη ρωσική λογοτεχνία του 19ου αιώνα.

 

Αμέσως μετά το σπίτι του ποιητή, επισκεφτήκαμε μια κλασική ρωσική ίζμπα, δηλαδή ένα αγροτόσπιτο φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από κορμούς δέντρων. Η κατασκευή αυτή είναι σύγχρονη, αλλά αποτυπώνει με επιστημονική ακρίβεια το σπιτικό και την καθημερινή ζωή του ρώσου χωρικού κατά τον 19ο αιώνα. Ακριβώς απέναντι από την ίζμπα βρίσκεται ο ναός της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Εκεί  μας περίμενε ο ιερέας για να μας δείξει το εσωτερικό του ναού, τον οποίο είχε χτίσει η γιαγιά του ποιητή και εκκλησιαζόταν σε αυτόν μέχρι που πέθανε.

 

Βγαίνοντας από το μικρό ναό, πήραμε ένα μονοπατάκι και έπειτα από πεζοπορία δεκαπέντε περίπου λεπτών βρεθήκαμε στο τάφο του ποιητή. Πρόκειται για έναν οικογενειακό τάφο των Λέρμοντοφ, για ένα κτίσμα με τρούλο, που δεσπόζει στο τοπικό νεκροταφείο των Ταρχάνι εδώ και περισσότερους από δύο αιώνες.

 

Ολοκληρώνοντας την ξενάγησή μας, η Ταμάρα Μιχαΐλοβνα μας κάλεσε στη μεγάλη αίθουσα του συνεδριακού κέντρου, όπου νεαροί άντρες και γυναίκες, φορώντας ρούχα των ευγενών του 19ου αιώνα, έδωσαν μια μικρή χορευτική παράσταση με βαλς, μαζούρκες και άλλους χορούς που χόρευαν οι ρώσοι ευγενείς.

 

Ακολούθησε το παραδοσιακό γεύμα με τοπικά φαγητά, φτιαγμένα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και την εποχή που ζούσε ο ποιητής. Μια πιατέλα πιροσκί, σούπα με μανιτάρια και κρέμα γάλακτος, πουρές από πατάτα και χοιρινό κοκκινιστό. Αλκοολούχο ποτό δεν υπήρχε στο τραπέζι. Στη θέση του υπήρχαν κανάτες με ένα τοπικό μη αλκοολούχο ποτό: χλιαρό νερό, μέλι και τοπικά βοτάνια, τα οποία μαζεύουν οι γυναίκες που εργάζονται στο μαγειρείο του αγροκτήματος και παρασκευάζουν σε καθημερινή βάση το φαγητό των εργαζομένων. Ένα χορταστικό, θρεπτικό και πλούσιο σε συναισθήματα γεύμα που κράτησε αρκετή ώρα, αφού οι ερωτήσεις προς την Ταμάρα Μιχαΐλοβνα ήταν άπειρες κι εκείνη, με πραότητα, γνώση και, κυρίως, πολλή αγάπη απαντούσε ακούραστα μέχρι αργά το απόγευμα.

 

Τη στιγμή του αποχαιρετισμού η γλυκιά αυτή γυναίκα, η οποία θαρρείς και βγήκε μέσα από τις σελίδες του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόι, του Λεσκόφ, πλησίασε τον καθένα μας και μας δώρισε από ένα σετ υφαντές πετσέτες. Μας φίλησε τρεις φορές κατά τη ρωσική παράδοση και μας σταύρωσε για το δρόμο.

 

Στην Πένζα φτάσαμε γύρω στις 9 το βράδυ. Τα μέλη της αποστολής πήγαν στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστούν. Εγώ όμως είχα μια ακόμη δουλειά: να συναντήσω τον μοναδικό εκδότη εφημερίδας και περιοδικού στο κυβερνείο, ο οποίος δεν λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση. Ο Κωνσταντίν, ο υποδιευθυντής της βιβλιοθήκης Λέρμοντοφ της Πένζα, με είχε ενημερώσει από το πρωί πως ο εκδότης της τοπικής εφημερίδας «ελευθεροφροσύνης», όπως μου τόνισε, θέλει να με γνωρίσει.

 

Στις δέκα ακριβώς, μπροστά στο άγαλμα του Μπελίνσκι, στην κεντρική πλατεία της Πένζα, γνώρισα έναν συμπαθητικό, κοντό μα γεροδεμένο άντρα, που πιο πολύ έμοιαζε με εργάτη παρά με διανοούμενο. Αυτή όμως είναι η γοητεία της Ρωσίας: τίποτα δεν είναι αυτό που δείχνει.

 

Ο Βαλεντίν Μανουίλοφ είναι ο εκδότης της εφημερίδαςΟδός Μόσχαςκαι του περιοδικούΠάρκο Μπελίνσκι.Άνθρωπος πολυπράγμων, ο Βαλεντίν παραμένει δημοσιογράφος σε μια δύσκολη εποχή. Αυτό σημαίνει πως προκαλεί πονοκεφάλους στην τοπική εξουσία, αναδεικνύοντας τα κακώς κείμενα της περιοχής και υπερασπιζόμενος τους φτωχούς και αδύναμους απέναντι στις αδηφάγες ορέξεις των νέων γαιοκτημόνων.

 

Μετά τις απαραίτητες συστάσεις ο Βαλεντίν μού πρότεινε, παρά το κρύο (η θερμοκρασία είχε πέσει στους μείον δέκα βαθμούς), να περπατήσουμε στο κέντρο της πόλης, συζητώντας. Δέχτηκα παρά την κούρασή μου, πράγμα για το οποίο αποζημιώθηκα μετά από λίγα λεπτά. Διασχίζοντας διαγώνια την πλατεία Μπελίνσκι, ο Βαλεντίν μου έδειξε το ψηλό κτίριο στη γωνία λέγοντας: «εκεί ήταν τα γραφεία της KGB, τώρα είναι της FSB». Στάθηκε για λίγο και με κοίταξε. Τον κοίταξα απορημένος. Μου έπιασε το χέρι κι έκανε μεταβολή λέγοντας: «Βλέπεις εκείνο το γωνιακό κτίριο διαγώνια απέναντι;» Αφού περίμενε την καταφατική μου απάντηση συνέχισε: «στον τέταρτο όροφο έχει ένα μεγάλο διαμέρισμα, στο οποίο έζησε για περισσότερα από τριάντα χρόνια ο Μάρκος Βαφειάδης. Τώρα ζει ο γιος του. Ίσως να είσαι ο δεύτερος Έλληνας που έρχεται σε αυτά τα μέρη». Αφού ξεπέρασα την αρχική μου έκπληξη του είπα πως μάλλον αρκετοί έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες θα επισκέφτηκαν τον Μάρκο Βαφειάδη στα χρόνια της αναγκαστικής του υπερορίας. Μου αντέτεινε το επιχείρημα πως η Πένζα ήταν απαγορευμένη πόλη στους ξένους, ακόμη κι αν προέρχονταν από τα σπλάχνα του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Τον κάλεσα να πάμε σε ένα γειτονικό καπηλειό για να ζεσταθούμε πίνοντας λίγη βότκα και να συνεχίσουμε την κουβέντα μας.

 

Καθισμένοι σε ένα τετράγωνο, στενάχωρο τραπεζάκι, πίναμε παγωμένη βότκα, τσιμπολογώντας, μαύρο ψωμί,  μαριναρισμένα μαύρα μανιτάρια και παστό ψάρι, τους μοναδικούς μεζέδες που διέθετε το μαγαζί. Η συζήτησή μας περιστράφηκε γύρω από την ελευθεροφροσύνη της ρωσικής διανόησης και το ακριβό τίμημα που καταβάλει στο ακέραιο, διαχρονικά, για την εντιμότητα και την αλήθεια του διανοουμένου, αλλά και για τον Μάρκο Βαφειάδη και τη σκοτεινή εποχή των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών στην ΕΣΣΔ. Στην ερώτηση μου αν υπάρχουν αρχεία για την παραμονή του Βαφειάδη στην πόλη αυτή μου έγνεψε θετικά, αλλά στην αμέσως επόμενη ερώτησή μου, αν μπορώ να τα δω ή αν υπάρχει πρόσβαση σε αυτά, σήκωσε το ποτήρι του, κατέβασε μονορούφι το περιεχόμενό του και είπε: Έλληνα, ας πιούμε για την επόμενη συνάντησή μας, οψέποτε.

 

Αργά τη νύχτα, περπατώντας κατά μήκος του Σουρά, έφτασα στο ξενοδοχείο μου. Κοιμήθηκα πολλές ώρες και όλη την επόμενη ημέρα, έκανα βόλτα στις όχθες του Σουρά, παρατηρώντας την περιοχή, συνομιλώντας με τους ντόπιους και απολαμβάνοντας έναν σπάνιο εκτυφλωτικό ήλιο που έκανε την παγωνιά ακόμη πιο δυνατή. Κατά διαστήματα χαμογελούσα μισοειρωνικά και μισοαυτάρεσκα στη σκέψη ότι είμαι ο δεύτερος έλληνας που πάτησε το πόδι του σε τούτη την πόλη.

 

Πένζα - Τραχάνι

 

Μάρτιος 2014

 

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά