Τρίτη, 05 Ιανουαρίου 2016

Γράμμα από τη Ρωσία #16. Στο «κάστρο» του μελαγχολικού ιππότη του ρωσικού συμβολισμού

Κατηγορία Στήλες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Στήλες web only
Τα κοκάλινα γυαλιά, η πένα, το στυπόχαρτο, αντικείμενα καθημερινής χρήσης του Αντρέι Μπέλι. Τα κοκάλινα γυαλιά, η πένα, το στυπόχαρτο, αντικείμενα καθημερινής χρήσης του Αντρέι Μπέλι. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Τόσο η διάσημη οδός Αρμπάτ, όσο και η ομώνυμη περιοχή δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε. Σήμερα είναι ένας τουριστικός δρόμος, κάτι σαν τη δική μας Πλάκα, και μόνο οι εντοιχισμένες πινακίδες στους τοίχους των κτιρίων, οι οποίες πληροφορούν τον υποψιασμένο διαβάτη για τους ενοίκους τους παρελθόντος, θυμίζουν πως κάποτε η περιοχή και ο δρόμος αυτός ήταν, κυριολεκτικά, η «επικράτεια / βασίλειο» της μοσχοβίτικης αλλά και εν γένει της ρωσικής διανόησης.

Εδώ είναι το περίφημο θέατρο που φέρει το όνομα του Βατχάνγκοφ, αλλά και το Σπίτι του Ηθοποιού. Εδώ είναι τα σπίτια, στα οποία έζησαν ο τροβαδούρος Μπουλάτ Οκουτζάβα, ο ποιητής και γενάρχης της ρωσικής ποίησης Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν, ο γενάρχης της ρωσικής φιλοσοφίας Βλαδίμηρος Σολοφιόφ και άλλοι πολλοί.

Στις αρχές αυτού του δρόμου, στο Νο 55, στον τρίτο όροφο του κτιρίου, βρίσκεται το «Μουσείο του Αντρέι Μπέλι», του μελαγχολικού ιππότη του ρωσικού συμβολισμού. Το «Σπίτι - μουσείο του Αντρέι Μπέλι» είναι παράρτημα του Κρατικού Μουσείου Α.Σ. Πούσκιν και ενώνονται μεταξύ τους με έναν υπόγειο διάδρομο. Στο ισόγειο, εκεί όπου κάποτε γεννήθηκε και έζησε ο μεγάλος ρώσος φιλόσοφος Βλαδίμηρος Σολοφιόφ, σήμερα βρίσκεται ένα πανάκριβο εστιατόριο. Ακριβώς δίπλα σε αυτό το κτίριο βρίσκεται το σπίτι του Αλεξάντρ Πούσκιν όπου έζησε μαζί με τη σύζυγό του Ναταλία Γκοντσαρόβα μέχρι το τέλος της ζωής του. Ποιος δεν ξέρει το ποίημά του:

 

Σας αγαπούσα: η αγάπη είναι ακόμη δυνατή,

Δεν έσβησε μες στην ψυχή μου ακόμη·

Μα εσάς δεν πρέπει να σας ανησυχεί·

Δε θέλω να σας προκαλέσω θλίψη.

Σας αγαπούσα απέλπιδα, σιωπηλά,

Πότε δειλά μα πότε και με ζήλια·

Σας αγαπούσα όμως ειλικρινά και τόσο τρυφερά

Που αν είναι θέλημα Θεού έτσι κι οι άλλοι θα σας αγαπούν.

Α. Σ. Πούσκιν

 

Πλήρωσα το αντίτιμο του εισιτηρίου, καθώς και για το δικαίωμα της φωτογράφησης και άρχισα να ανεβαίνω την κατάλευκη σκάλα. Τα είκοσι πέντε χρόνια ζωής φανατικού καπνιστή έκαναν αισθητή, για μια στιγμή, την παρουσία της, ενώ λίγο πριν σταματήσω στον δεύτερο όροφο για να πάρω μιαν ανάσα ακούστηκαν οι ήχοι από το Vocaliseτου Σεργκέι Ραχμάνινοφ. Μαγεμένος από τη μουσική, ξέχασα τη δύσπνοια κι ανέβηκα τα επόμενα σκαλιά. Η επίσκεψη στο διαμέρισμα αυτό είχε μεγάλη σημασία, αφού πέρασα πολλούς μήνες του 2015 μεταφράζοντας τις Συμφωνίες του Αντρέι Μπέλι, αλλά και την ποιητική του συλλογή Μετά το χωρισμό, που είχε γράψει στο Βερολίνο.

Μπαίνοντας στο διαμέρισμα, από τον προθάλαμο, όπου άφησα το παλτό μου, είδα μέσα από μια σειρά καθρέφτες, έξυπνα τοποθετημένους στο χώρο, τα πλούσια ξανθά μαλλιά μιας γυναίκας που έπαιζε στο μεγάλο πιάνο με ουρά, το θεσπέσιο αυτό κομμάτι του ρώσου συνθέτη. Δε θέλησα να ενοχλήσω, γι’ αυτό και κάθισα σε έναν καναπέ από κόκκινο ξύλο που βρισκόταν στο διάδρομο, παρατηρώντας τη σκυθρωπή μορφή του Βλαδίμηρου Σολοβιόφ που κρεμόταν σε μια κορνίζα από μαύρο ξύλο. Αυτή η αντίστιξη ανάμεσα στο κόκκινο και το μαύρο, αλλά και η κατάλευκη σκάλα, δημιουργούν μια σχεδόν μεταφυσική ψυχολογία στον επισκέπτη. Ο πλατωνικός μυστικισμός αλλά και η σοφιολογία του Σολοβιόφ επηρέασε τη συντριπτική πλειονότητα των συγχρόνων του και συνέβαλε τα μέγιστα στη γέννηση και την άνθηση της ρωσικής φιλοσοφικής και θεολογικής αναγέννησης στον τομέα των γραμμάτων αλλά και της ρωσικής πρωτοπορίας στον τομέα των τεχνών. Είναι ο άνθρωπος που έγραψα στίχους σαν και τους παρακάτω: 

 

Έγκαιρη ανάμνηση

Το Ισραήλ οδηγώντας μέσα από δρόμο θαυματουργό

Ο Κύριος με μιας δυο θαύματα έκανε:

Άνοιξε τα χείλη του άλαλου όνου

Και απαγόρευσε στον προφήτη να μιλάει.

Το μακρινό μέλλον κρυβόταν

Στα θαύματα εκείνα των πρώτων ημερών,

Και τώρα η τιμωρία του Μωάβ έγινε,

Φευ! πάνω στη φτωχή γενέθλια γη μου.

Κυνηγημένη, Ρους, απ’ την ανελέητή σου μοίρα,

Για ένα αμάρτημα, διάφορο του Βαρλαάμ,

Σφάλισαν τα χείλη των προφητών σου

Και λόγος ελεύθερος δόθηκε στους όνους σου.

                                                                                     1887

 

Η γηραιά κυρία που πήρε το εισιτήριό μου, βλέποντας πως δεν σηκώνομαι, ενώ η μουσική είχε τελειώσει με πλησίασε και με ρώτησε από πού είμαι. Από την Ελλάδα,  της απάντησα. Η λέξη αυτή με τα έξι γράμματα ανοίγει πόρτες και καρδιές στη Ρωσία. Η γηραιά κυρία με προέτρεψε με περιηγηθώ στους χώρους του διαμερίσματος και μετά να πιούμε ένα φλιτζάνι τσάι στο μικρό κουζινάκι που χρησιμοποιεί το προσωπικό του μουσείου, το οποίο αποτελείται από τρεις γηραιές κυρίες. Εργάζονται πέντε ημέρες την εβδομάδα και συμπληρώνουν το εισόδημά τους, αφού η σύνταξή τους δεν ξεπερνάει τα 200 δολάρια το μήνα.

Το διαμέρισμα αυτό είναι το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Αντρέι Μπέλι, αυτός ο μεγάλος ποιητής, φιλόσοφος, θεωρητικός του κινήματος του συμβολισμού, ο ανθρωποσοφιστής και μυστικιστής, από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της εποχής που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε «Αργυρός αιώνας», της ρωσικής ποίησης.

Ο Αντρέι Μπέλι ήταν μια προσωπικότητα με απίστευτη ευρυμάθεια και τεράστιο κύκλο ενδιαφερόντων. Το πραγματικό του όνομα ήταν Μπορίς Νικολάγιεβιτς Μπουγκάγιεφ και έζησε από το 1880 έως το 1934. Το δημιουργικό του έργο απλώνεται από την ποίηση και την πεζογραφία, στη συγγραφή απομνημονευμάτων, την κριτική της λογοτεχνίας και της τέχνης, αλλά και στη φιλοσοφία. Από τα έργα του, τα πλέον διάσημα είναι οι Συμφωνίες, η Πρώτη ηρωική και η Δεύτερη του Βορρά, το μυθιστόρημά του Πετρούπολη, το Ασημένιο περιστέρι, οι ποιητικές συλλογές Χρυσό σε γαλάζιο φόντο, Στάχτη, Κιβωτός και πολλά άλλα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σύγχρονοι του θεωρούσαν πως αν υπάρχει κάποιος στον οποίο ταιριάζει ο χαρακτηρισμός «μεγαλοφυΐα» αυτός είναι ο Μπέλι.

Σε αυτό το σπίτι, το οποίο βρίσκεται στη συμβολή των οδών Αρμπάτ και Ντένεζνι, ο Μπέλι γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Με το διαμέρισμα αυτό συνδέονται οι πρώτες του αναμνήσεις για τον κόσμο, τους ανθρώπους αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Εδώ πέρασε την εφηβεία του, ως μαθητής στο διάσημο ιδιωτικό γυμνάσιο του Πολιβάνοφ, αλλά και τη νεότητά του, ως φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας. Εδώ ήταν που έζησε το πρώτο σκίρτημα του έρωτα για τη Μαργαρίτα Κυρίλλοβνα Μορόζοβα. Εδώ ένιωσε για πρώτη φορά το πένθος με την απώλεια του πατέρα του, διάσημου καθηγητή των μαθηματικών.

Στο διαμέρισμα αυτό έγινε η μεταμόρφωση του νεαρού Μπορίς Μπουγκάγιεφ, στον άντρα Αντρέι Μπέλι, τον συγγραφέα μοντερνιστή, τον ηγέτη των συμβολιστών της Μόσχας. Συνολικά στο διαμέρισμα αυτό έζησε είκοσι έξι ολόκληρα χρόνια συνεχώς, μέχρι το 1906. Στο σπίτι αυτό, πολύ αργότερα, όταν πια είχε ανατραπεί ο γνωστός του κόσμος έγραψε στίχους όπως τους παρακάτω:

 

Μακρινή, αγαπημένη -

Περίμενέ με…

 

Μακρινή, αγαπημένη:

Θα είμαι – Εγώ…

 

Αστέρια δυο τα μάτια σου

Για μένα θα ’ναι.

 

Αστέρια δυο εσένα θα θωρούν

Μεσ’ στην ομίχλη.

 

Στη μακρινή εσχατιά

Θα κοιτάξουμε·

 

Κι η μακρινή εσχατιά

Καπνός θα γίνει.

 

Φλεγόμενοι είμαστε

Κι ανάμεσά μας κυλά το ψέλλισμα των χρόνων…

 

Φλεγόμενοι είμαστε

Κι ανάμεσά μας το φως θα λάμψει.

 

Οι μυημένοι στη βιογραφία του Μπέλι γνωρίζουν πως υπάρχουν διάσπαρτες σε όλη τη Ρωσία, αλλά και στην Ευρώπη, διευθύνσεις όπου έζησε κατά τη διάρκεια πολλών χρόνων, ο ίδιος όμως θεωρούσε σπίτι του αυτό το διαμέρισμα.

Περιδιαβάζοντας τα δωμάτια του διαμερίσματος, άθελα, αναλογίζεσαι τις συνθήκες που ζούσαν και τις τεκτονικές αλλαγές που βίωσαν οι ρώσοι διανοούμενοι, στο μεταίχμιο τόσο των αιώνων όσο και των εποχών.

Συγκλονιστική ήταν η στιγμή που στάθηκα πάνω από τη γυάλινη προθήκη και μπορούσα να διαβάσω τα γράμματα φίλων, συγγενών και συνοδοιπόρων του Αντρέι Μπέλι από τα γκουλάγκ όπου βρίσκονταν, καθώς και τις απαντήσεις του ποιητή. Μέσα από τετράγωνα, λογοκριμένα επιστολικά δελτάρια και κιτρινισμένες σελίδες αναδύεται η μεταφυσική φρίκη του ατόμου που βλέπει τον ρωσικό Λεβιάθαν να τον καταβροχθίζει.

Τα κοκάλινα γυαλιά, η πένα, το στυπόχαρτο, το χοντρό κίτρινο χαρτί, τα χειρόγραφα από τα έργα του, αλλά και αντικείμενα καθημερινής χρήσης, όπως οι καρέκλες, οι βαλίτσες, το μπαστούνι, το πανωφόρι, το καπέλο του ποιητή είναι εκεί. Από κοντά τα παράξενα σκίτσα του, άλλα με μολύβι κι άλλα με κάρβουνο. Σε βυθίζουν στον μαγικό κόσμο του μυαλού του.  Μαζί τους είναι και το έργο του. Το έργο που γαλούχησε, κρυφά ή φανερά, πολλές γενιές μεταγενέστερων στοχαστών και κράτησε άσβεστο το αδάμαστο, ανήσυχο και ακούραστο πνεύμα της ρωσικής πρωτοπορίας σε καιρούς ζοφερής ομοιομορφίας και ευπειθούς υποταγής στην εξουσία.  

Η περιδιάβαση αυτή στο χώρο του ποιητή προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μια πλευρά, είναι η χαρά της παρουσίας στο χώρο όπου έζησε και δημιούργησε. Από την άλλη, εκείνη η αίσθηση του αναπόδραστου απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.

Με τις σκέψεις αυτές πήγα στο κουζινάκι, όπου η Φρόσια Ιβάνοβνα με την εξ ίσου ηλικιωμένη φίλη της Νατάσσα Βασίλιεβνα, με περίμεναν με ένα φλιτζάνι αχνιστό τσάι, φτιαγμένο με τον παραδοσιακό ρωσικό τρόπο. Η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από τον ποιητή και το έργο του. Μου μίλησαν για άγνωστες λεπτομέρειες της ζωής του και, κυρίως, του θανάτου του. Πάντα με εκπλήσσουν αυτές οι γηραιές Ρωσίδες και οι ατελείωτες γνώσεις τους, γύρω από το αντικείμενο του μουσείου στο οποίο εργάζονται. Ένα από τα πράγματα που με συγκλόνισαν ήταν όταν μου είπαν πως μετά τον θάνατο του ποιητή το διαμέρισμα αυτό δημεύτηκε από το κράτος και μετατράπηκε σε κοινοβιακό. Τα πράγματά του μεταφέρθηκαν στα υπόγεια του υπουργείου Εξωτερικών, όπου περίμεναν για δεκαετίες το τρυφερό εκείνο χέρι που θα τα έφερνε πίσω στη θέση όπου ανήκαν. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, εμφανίστηκε δειλά η πρώτη αναθηματική πινακίδα που πληροφορούσε τους περαστικούς για τον πρώην ένοικο αυτού του πανέμορφου κτιρίου στο κέντρο της Μόσχας. Το μουσείο άνοιξε το 2000 χάρη στις προσπάθειες δεκάδων επιτροπών κατοίκων που πίεσαν παντοιοτρόπως τις αρχές του δήμου και της κυβέρνησης. Δακρύζουν όταν μου αναφέρουν οι καλές μου συνομιλήτριες περιστατικά απλών ανθρώπων, συγγενών θυμάτων των διώξεων, οι οποίοι είχαν στην κατοχή τους αντικείμενα που συνδέονται με τον Αντρέι Μπέλι, τα μέλη της οικογένειας και του περιβάλλοντός του και οι οποίοι μόλις έμαθαν για τα εγκαίνια του μουσείου, έσπευσαν να τα δωρίσουν. Τα εκθέματα που υπάρχουν είναι ένα πανόραμα τόσο της μοσχοβίτικης πανεπιστημιακής ζωής, λόγω του πατέρα του, αλλά και της μοσχοβίτικης διανόησης που ήταν το περιβάλλον του ίδιου του ποιητή. Εντυπωσιάζει το σαλόνι με το μεγάλο μαύρο πιάνο με ουρά, τους καθρέφτες, τον πολυέλαιο από την εποχή όπου ζούσε εδώ ο ποιητής και τα ξύλινα απλά καθίσματα. Σε αυτή την αίθουσα πραγματοποιούνται μουσικές, ποιητικές και λογοτεχνικές βραδιές αφιερωμένες στον ποιητή και την εποχή του.

 Η συζήτηση πρέπει να κράτησε ώρα πολλή, γιατί την ώρα που τις αποχαιρέτησα και βγήκα έξω στην οδό Αρμπάτ, οι φύλακες του διπλανού μουσείου «Α. Σ. Πούσκιν» έκλειναν τις πόρτες.

Παραμονή Χριστουγέννων 2015

Οδός Αρμπάτ Νο 55

Μόσχα

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

1 σχολιο

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά